Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες επιβάρυνσης, τόσο για τους προμηθευτές ενέργειας, όσο και για τους συνεπείς καταναλωτές αποτέλεσαν και για το 2025 οι απλήρωτοι λογαριασμοί ρεύματος, παρά τη μείωση κατά περίπου 12% σε σχέση με το 2024.
Από το συνολικό ποσό των 2,98 δισ. ευρώ, τα 1,45 δισ. ευρώ αφορούν υφιστάμενους πελάτες, ενώ 1,53 δισ. ευρώ προέρχονται από παλαιούς πελάτες, δηλαδή καταναλωτές που έχουν διακόψει τη συνεργασία τους με τον συγκεκριμένο προμηθευτή ή έχουν μετακινηθεί σε άλλη εταιρεία.
Και ενώ οι οφειλές των ενεργών πελατών μπορούν, σε αρκετές περιπτώσεις, να αντιμετωπιστούν μέσω ρυθμίσεων ή άλλων μέτρων είσπραξης, οι οφειλές των πρώην πελατών χαρακτηρίζονται από πολύ χαμηλότερη εισπραξιμότητα, αυξάνοντας τον πιστωτικό κίνδυνο για τους προμηθευτές.
Σχεδόν 3 δισ. ευρώ «βαραίνουν» την αγορά, 12% κάτω από το 2024
Σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση Λιανικής Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας της ΡΑΑΕΥ για το 2025, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των υφιστάμενων πελατών ανέρχονται σε 1,45 δισ. ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες οφειλές των παλαιών πελατών, δηλαδή όσων έχουν αποχωρήσει από τον προμηθευτή αφήνοντας ανεξόφλητους λογαριασμούς, φθάνουν τα 1,53 δισ. ευρώ.
Πρακτικά 4 στις 10 παροχές εμφανίζουν ανεξόφλητα χρέη.
Θυμίζουμε πως για το 2024 οι ληξιπρόθεσμες οφειλές καταναλωτών προς τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας άγγιξαν συνολικά τα 1,74 δισ. ευρώ για υφιστάμενους πελάτες και επιπλέον 1,65 δισ. ευρώ για πελάτες που έχουν αλλάξει πάροχο, δηλαδή, άθροισμα σχεδόν 3,4 δισ. ευρώ.
Αυτό σημαίνει πως τα «φέσια» προς τους προμηθευτές έχουν σημειώσει μία μείωση της τάξεως του 12% το 2025 σε σχέση με το 2024, παραμένοντας, ωστόσο, σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Η Χαμηλή Τάση συγκεντρώνει το μεγαλύτερο βάρος
Η έκθεση δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών των υφιστάμενων πελατών αφορά τη Χαμηλή Τάση, όπου οι ανεξόφλητες οφειλές ανέρχονται σε 868,9 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 60% του συνόλου των οφειλών των ενεργών πελατών.
Στη Μέση Τάση οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διαμορφώνονται σε 525,9 εκατ. ευρώ, ενώ στη Υψηλή Τάση περιορίζονται σε 54,9 εκατ. ευρώ.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη μεγάλη συγκέντρωση των ανεξόφλητων υποχρεώσεων στη μαζική λιανική αγορά, όπου δραστηριοποιούνται εκατομμύρια οικιακοί και επαγγελματικοί καταναλωτές.
Το «αγκάθι» των παλαιών πελατών
Ακόμη πιο έντονη είναι η συγκέντρωση των οφειλών στους παλαιούς πελάτες. Από το σύνολο των 1,53 δισ. ευρώ, περίπου 1,26 δισ. ευρώ, δηλαδή το 83%, αφορά καταναλωτές της Χαμηλής Τάσης που έχουν ήδη αποχωρήσει από τον προηγούμενο προμηθευτή τους.
Η ΡΑΑΕΥ σημειώνει ότι το εύρημα αυτό αναδεικνύει τον ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο που δημιουργείται όταν καταναλωτές αλλάζουν προμηθευτή αφήνοντας ανεξόφλητους λογαριασμούς.
Οι οφειλές των υφιστάμενων πελατών μπορούν, σε σημαντικό βαθμό, να αντιμετωπιστούν μέσω ρυθμίσεων, διακανονισμών και άλλων μηχανισμών είσπραξης, καθώς εξακολουθεί να υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ πελάτη και προμηθευτή.
Αντίθετα, οι οφειλές των παλαιών πελατών θεωρούνται σαφώς δυσκολότερο να ανακτηθούν, επειδή ο καταναλωτής έχει ήδη μετακινηθεί σε άλλο προμηθευτή ή έχει διακόψει τη συνεργασία του με την εταιρεία που διεκδικεί την οφειλή.
Για τον λόγο αυτό, η ΡΑΑΕΥ χαρακτηρίζει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις ως σημαντική πηγή πιστωτικού κινδύνου για την αγορά.
Μεγαλύτερη επιβάρυνση σε συγκεκριμένες κατηγορίες πελατών
Με βάση την έκθεση της ΡΑΑΕΥ, η μέση επιβάρυνση των υφιστάμενων πελατών ανέρχεται σε 28,90 ευρώ ανά MWh, ενώ για τους παλαιούς πελάτες διαμορφώνεται σε 30,41 ευρώ ανά MWh, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι οφειλές όσων έχουν ήδη αποχωρήσει από έναν προμηθευτή αποτελούν μεγαλύτερο οικονομικό βάρος για την αγορά.
Η μεγαλύτερη επιβάρυνση καταγράφεται στην κατηγορία «Άλλη Χρήση» της Χαμηλής Τάσης, όπου οι ληξιπρόθεσμες οφειλές φθάνουν τα 493,5 εκατ. ευρώ έναντι κατανάλωσης μόλις 2,59 TWh, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση να εκτινάσσεται στα 190,24 ευρώ ανά MWh.
Στη Μέση Τάση, παρότι ο αριθμός των πελατών είναι σχετικά περιορισμένος, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των υφιστάμενων πελατών ξεπερνούν τα 525 εκατ. ευρώ, οδηγώντας σε επιβάρυνση 43,80 ευρώ ανά MWh.
Αντίθετα, στην Υψηλή Τάση, όπου δραστηριοποιείται πολύ μικρός αριθμός μεγάλων βιομηχανικών καταναλωτών, οι οφειλές είναι σαφώς χαμηλότερες σε απόλυτο μέγεθος, αν και η ΡΑΑΕΥ σημειώνει ότι ακόμη και λίγοι πελάτες μπορούν να δημιουργήσουν πολύ μεγάλες ανεξόφλητες απαιτήσεις λόγω του μεγέθους της κατανάλωσής τους.
Στους οικιακούς πελάτες χωρίς Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο, η επιβάρυνση διαμορφώνεται σε 8,22 ευρώ ανά MWh, ενώ στους δικαιούχους ΚΟΤ ανέρχεται σε 19,46 ευρώ ανά MWh.
Απειλείται η βιωσιμότητα της αγοράς
Η συσσώρευση σχεδόν 3 δισ. ευρώ σε ανεξόφλητους λογαριασμούς περιορίζει τη ρευστότητα των προμηθευτών, αυξάνει το χρηματοοικονομικό τους κόστος και ενισχύει τον κίνδυνο μετακύλισης μέρους αυτής της επιβάρυνσης στους συνεπείς καταναλωτές μέσω των τιμολογίων.
Όπως εξηγεί η ΡΑΑΕΥ, η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στη διαχείριση των ενεργών πελατών, καθώς περισσότερο από το ήμισυ των οφειλών προέρχεται από καταναλωτές που έχουν ήδη αποχωρήσει από τους προμηθευτές τους, καθιστώντας την ανάκτηση των απαιτήσεων ιδιαίτερα δύσκολη.
Με αφορμή τα πρόσφατα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ, ο Ελληνικός Σύνδεσμος Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ) σε ανάρτησή του στο Linkedin επισημαίνει την ανάγκη αναθεώρησης του θεσμικού πλαισίου, ώστε οι συνεπείς καταναλωτές να σταματήσουν να πληρώνουν τους στρατηγικούς κακοπληρωτές.
Όπως σημειώνει ο Σύνδεσμος, «τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν το μέγεθος του προβλήματος: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν στα 2,65 δισ. ευρώ, ενώ σχεδόν 4 στις 10 παροχές εμφανίζουν ανεξόφλητα χρέη.
Ακόμη πιο κρίσιμο είναι ότι περίπου 1,5 δισ. ευρώ αφορούν παλαιούς πελάτες που έχουν αλλάξει προμηθευτή, αφήνοντας πίσω τους οφειλές. Πρόκειται για ένα χρόνιο θεσμικό κενό που επιτρέπει σε στρατηγικούς κακοπληρωτές να μετακινούνται στην αγορά χωρίς να έχει δοθεί ακόμη ουσιαστική λύση».
Όπως υπογραμμίζεται στην ανάρτηση, «το κόστος όμως δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται. Ένα σημαντικό μέρος του λογαριασμού καλύπτει την τρύπα που αφήνουν όσοι δεν πληρώνουν και τελικά το επωμίζονται εκείνοι που είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.
Η ελευθερία αλλαγής προμηθευτή είναι βασικό στοιχείο μιας ανταγωνιστικής αγοράς. Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέπεται σε ασυλία για τη συστηματική αποφυγή πληρωμών».
Υπενθυμίζεται πως ο Σύνδεσμος έχει καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση για την αντιμετώπιση του προβλήματος, με σαφείς δικλείδες προστασίας για τους καταναλωτές και εφαρμογή μόνο σε περιπτώσεις ουσιωδών οφειλών, αφού προηγουμένως έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες διακανονισμού.
«Η λύση εκκρεμεί εδώ και χρόνια. Το κόστος, όμως, συσσωρεύεται κάθε μήνα. Ώρα το θεσμικό πλαίσιο να προστατεύσει στην πράξη τους συνεπείς καταναλωτές και την ομαλή λειτουργία της αγοράς», καταλήγει η ανάρτηση.