Ο κλάδος της ελληνικής ποτοποιίας και αποσταγματοποιίας διατηρεί τη δυναμική του και το 2025, με τις εξαγωγές να παραμένουν πάνω από τα 100 εκατ. ευρώ. Παρά τη διεθνή συγκυρία, ποσοστό 65%-70% της παραγωγής ελληνικών αλκοολούχων ποτών εξακολουθεί να κατευθύνεται στις ξένες αγορές.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat, όπως επεξεργάστηκε ο ΣΕΑΟΠ, οι εξαγωγές ελληνικών αλκοολούχων ποτών το 2025 ανήλθαν σε 104,3 εκατ. ευρώ και 36,7 εκατ. κιλά. Η επίδοση αυτή παραμένει υψηλή, αν και εμφανίζει μείωση -9,2% σε αξία και -0,6% σε ποσότητα έναντι του 2024.
Η υποχώρηση αποδίδεται στη διεθνή τάση μείωσης της κατανάλωσης αλκοόλ, αποτέλεσμα αλλαγών στον τρόπο ζωής και των οικονομικών πιέσεων που περιορίζουν τις δαπάνες των νοικοκυριών.
Η ΕΕ27 παραμένει ο βασικός προορισμός, απορροφώντας περίπου το 77% της αξίας και της ποσότητας των εξαγωγών, ενώ οι Τρίτες Χώρες αντιστοιχούν σε περίπου 23%. Σε πενταετή βάση (2021-2025), οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά +20,6% σε αξία και +2,1% σε ποσότητα, με τη μέση τιμή πώλησης να ενισχύεται κατά +18,1%.
Σε ορίζοντα δεκαετίας, η συνολική αξία των εξαγωγών έχει ενισχυθεί κατά 40,6%, η ποσότητα κατά 6,1% και η μέση τιμή πώλησης κατά 32,5%, επιβεβαιώνοντας τη στροφή του κλάδου προς προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Κύριες αγορές και γεωγραφική κατανομή
Τα κράτη-μέλη της ΕΕ27 εξακολουθούν να αποτελούν τον κύριο εξαγωγικό προορισμό, απορροφώντας περίπου το 77% της αξίας και της ποσότητας των εξαγωγών το 2025. Οι εξαγωγές εντός ΕΕ27 ανήλθαν σε 80,2 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά -5,9%, ενώ οι ποσότητες διαμορφώθηκαν σε 28,5 εκατ. κιλά, σημειώνοντας αύξηση +1,5%.
Η Γερμανία παραμένει η σημαντικότερη αγορά, με μερίδιο 35% της αξίας (36,6 εκατ. ευρώ) και 40% της ποσότητας (14,6 εκατ. κιλά). Αντίθετα, οι εξαγωγές προς Τρίτες Χώρες το 2025 μειώθηκαν σε 24,1 εκατ. ευρώ (-18,7%) και 8,2 εκατ. κιλά (-7%).
Απόδοση ανά κατηγορία προϊόντος
Το ούζο παραμένει ο κύριος «πρεσβευτής» της ελληνικής ποτοποιίας, αντιπροσωπεύοντας το 59% των εξαγωγών. Το 2025 οι εξαγωγές του ανήλθαν σε 61,4 εκατ. ευρώ (-4,8%) και 24,4 εκατ. κιλά (-4,5%).
Εντός ΕΕ27, οι εξαγωγές ούζου διαμορφώθηκαν σε 41,4 εκατ. ευρώ και 16,9 εκατ. κιλά, καταγράφοντας μείωση -4,7% και -4,9% αντίστοιχα σε σχέση με το 2024. Εκτός ΕΕ27, οι εξαγωγές ανήλθαν σε 20,1 εκατ. ευρώ και 7,4 εκατ. κιλά, μειωμένες κατά -5% και -3,5%.
Η κατηγορία «άλλα αλκοολούχα» (τύπου brandy) παρουσίασε τη μοναδική αύξηση, στα 23,4 εκατ. ευρώ (+6,7%) και 7,5 εκατ. κιλά (+17,5%). Αντίθετα, τα λικέρ υποχώρησαν στα 7,2 εκατ. ευρώ (-10,3%) και τα «άλλα» ποτά (βότκα, τζιν, ουίσκι, αποστάγματα) σημείωσαν πτώση -42,8%, στα 10,1 εκατ. ευρώ.
Το τσίπουρο/τσικουδιά εξακολουθεί να κατέχει μικρό μερίδιο (περίπου 2% σε αξία και 1% σε ποσότητα), ωστόσο παρουσιάζει σημαντική άνοδο σε βάθος πενταετίας. Σε ετήσια βάση, οι εξαγωγές μειώθηκαν στα 2,1 εκατ. ευρώ (-19,3%), ενώ οι ποσότητες αυξήθηκαν κατά +4,2%.
Δηλώσεις ΣΕΑΟΠ
Ο πρόεδρος του ΣΕΑΟΠ, Χάρης Μαυράκης, δήλωσε: «Το 2025 εξελίχθηκε διεθνώς σε μία από τις πιο απαιτητικές χρονιές για τον κλάδο των αλκοολούχων ποτών. Πέρα από τις επίμονες οικονομικές πιέσεις, οι δασμοί που επέβαλαν οι ΗΠΑ και τα αντίμετρα που ακολούθησαν προκάλεσαν αλυσιδωτές αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και στις εμπορικές ροές του κλάδου.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος του κόστους ζωής περιόρισε τις ‘‘προαιρετικές'' δαπάνες των νοικοκυριών, συμπεριλαμβανομένων των αγορών ποτών. Παράλληλα, η εντεινόμενη στροφή των καταναλωτών προς την υγεία, την ευεξία και τη μετριοπάθεια ενίσχυσε τη διεθνή τάση για χαμηλότερη κατανάλωση αλκοόλ, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις ήδη πιεσμένες συνθήκες της αγοράς.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι εξελίξεις στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες (π.χ. MERCOSUR) αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για ένα σταθερό και βασισμένο σε κανόνες εμπορικό πλαίσιο, το οποίο αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη των εξαγωγών των ελληνικών αποσταγμάτων».