Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στο 2%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αγορών.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται κυρίως στη δημοσιοποίηση των νέων προβλέψεων της ΕΚΤ για την πορεία της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας και τον πληθωρισμό. Οι προβλέψεις αυτές θα αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα για τις επόμενες κινήσεις της Τράπεζας στο μέτωπο των επιτοκίων.
Η αγορά ομολόγων παραμένει σε καθεστώς έντονης μεταβλητότητας, με τις διακυμάνσεις να επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Ενδεικτικά, η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου, που είχε φθάσει στο 3,75% στις αρχές της εβδομάδας, υποχώρησε στο 3,44% την επόμενη ημέρα, για να επανέλθει στο 3,65%.
Οι νέες εκτιμήσεις για το ΑΕΠ και τον πληθωρισμό θα παρουσιαστούν από την επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, μαζί με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Οι αναλυτές θεωρούν ότι οι προβλέψεις αυτές θα προσφέρουν μια πρώτη, αν και ίσως πρόωρη, αποτύπωση των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου.
Σύμφωνα με τις προηγούμενες προβλέψεις του Ιανουαρίου, η ΕΚΤ εκτιμούσε ότι το ΑΕΠ της Ευρωζώνης θα αυξηθεί κατά 1,2% φέτος και κατά 1,4% τα επόμενα δύο χρόνια (2027-2028). Για τον πληθωρισμό, η πρόβλεψη προέβλεπε 1,9% για το τρέχον έτος και 1,8% το 2027, πριν από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου.
Οι αναλυτές αναμένουν ότι, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στο ενεργειακό κόστος, η ΕΚΤ και η Λαγκάρντ θα δώσουν έμφαση στην ανάγκη αυξημένης επαγρύπνησης έναντι του πληθωρισμού, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για μελλοντικές αυξήσεις επιτοκίων.
Ενώ στο παρελθόν οι αγορές προεξοφλούσαν μειώσεις επιτοκίων, οι σημερινές συνθήκες οδηγούν τους επενδυτές να τιμολογούν πλέον πιθανές αυξήσεις έως και δύο φορές κατά 25 μονάδες βάσης (0,25%) μέχρι το τέλος του 2026. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος διαβίωσης, καθώς οι δανειολήπτες θα κληθούν να αντιμετωπίσουν υψηλότερες δόσεις σε στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια.