Η διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ περνά σε νέα φάση, καθώς οι βιοδείκτες αίματος προσφέρουν στους γιατρούς πιο αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με τις παθολογικές εναποθέσεις αμυλοειδούς στον εγκέφαλο. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να μετασχηματίσει σημαντικά τη διαδικασία διάγνωσης της νόσου. Ωστόσο, οι σχετικές εξετάσεις απευθύνονται κυρίως σε άτομα με συμπτώματα και όχι στο γενικό πληθυσμό στο πλαίσιο προληπτικού ελέγχου.
Ο καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, Κωνσταντίνος Λυκέτσος, επισημαίνει ότι η δυνατότητα διάγνωσης με θετικούς βιοδείκτες ανοίγει τον δρόμο για πιο έγκαιρη και ακριβή αναγνώριση της νόσου Αλτσχάιμερ. Πλέον διατίθενται περισσότερες από μία εξετάσεις αίματος, με τον βιοδείκτη p-tau217 να διακρίνεται για την αξιοπιστία του.
Η συγκεκριμένη εξέταση μετρά ένα μόριο που προέρχεται από τον εγκέφαλο και υποδηλώνει αυξημένη παθολογία αμυλοειδούς. Η αξιοπιστία της έχει συγκριθεί με τις εξετάσεις PET, ενώ υπάρχουν και άλλες εξετάσεις που μετρούν μορφές του αμυλοειδούς όπως τα Aβ40 και Aβ42.
Ένα ιδιαίτερα υψηλό θετικό αποτέλεσμα του p-tau217 έχει διαγνωστική αξία για ασθενείς με συμπτώματα. Στην περίπτωση χορήγησης νέων θεραπειών που στοχεύουν το αμυλοειδές, η αιματολογική εξέταση αποτελεί το πρώτο βήμα, ενώ ακολουθεί η απεικόνιση PET για επιβεβαίωση της παθολογίας και αξιολόγηση της καταλληλότητας του ασθενούς για θεραπεία.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ενδεχόμενο όπου κάποιος εμφανίζει συμπτώματα αλλά ο βιοδείκτης αίματος είναι αρνητικός. Σύμφωνα με τον κ. Λυκέτσο, αυτό μειώνει σημαντικά την πιθανότητα παρουσίας αμυλοειδούς, χωρίς όμως να την αποκλείει πλήρως. Η τελική απόφαση για περαιτέρω έλεγχο, όπως PET, βασίζεται στην κλινική εικόνα και το ενδεχόμενο χορήγησης θεραπείας. Η παρακολούθηση και η επανάληψη της εξέτασης ενδείκνυνται αν τα συμπτώματα εξελιχθούν.
Προληπτικός έλεγχος και θεραπευτικές επιλογές
Ο καθηγητής διευκρινίζει ότι τα ερευνητικά δεδομένα δεν επιτρέπουν ακόμη την ευρεία εφαρμογή των βιοδεικτών σε ασυμπτωματικούς ανθρώπους. Ένα θετικό αποτέλεσμα σε υγιή άτομα μπορεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα, καθώς δεν είναι σαφής η ερμηνεία και η θεραπευτική παρέμβαση που πρέπει να ακολουθηθεί.
Σχετικά με τις νέες θεραπείες με μονοκλωνικά αντισώματα, ο κ. Λυκέτσος εξηγεί ότι αυτές χορηγούνται σε πρώιμα στάδια και επιβραδύνουν σε κάποιο βαθμό την πορεία της νόσου. Το όφελος, ωστόσο, είναι σχετικά μικρό και δεν ενδείκνυται για όλους τους ασθενείς, ενώ απαιτείται στενή παρακολούθηση λόγω πιθανών επιπλοκών. Τα παλαιότερα φάρμακα παραμένουν κατάλληλα για συμπτωματική αντιμετώπιση της άνοιας, χωρίς να επηρεάζουν τη φυσική εξέλιξη της νόσου.
Πρόβλεψη εξέλιξης και πρόληψη
Ένα βασικό ερώτημα για τις οικογένειες αφορά την πρόβλεψη της εξέλιξης της νόσου Αλτσχά