Η Αγιάσος, γνωστή για το μεγάλο πανηγύρι της Παναγιάς στο παλλεσβιακό της προσκύνημα, κρύβει και ένα ακόμη ξεχωριστό έθιμο: το τριήμερο πανηγύρι της Αγίας Τριάδας, που γιορτάζεται στις πλαγιές του λεσβιακού Ολύμπου. Κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων, λαϊκά και παραδοσιακά μουσικά σχήματα παίζουν «έως πρωίας» στα καφενεία του Καμπουδιού και του Σταυριού, ενώ το ενδιαφέρον κορυφώνεται με το εντυπωσιακό πέταγμα «του φαναριού».
Σύμφωνα με τον ιστορικό ερευνητή Παναγιώτη Κουτσκουδή, το πέταγμα του φαναριού συνδέεται με τη γιορτή της Αγίας Τριάδας την ημέρα της Πεντηκοστής. Ο ναός της Αγίας Τριάδας βρίσκεται στην πάνω είσοδο της Αγιάσου και αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο ναό του χωριού. Χτίστηκε το 1870, ως πιστό αντίγραφο της εκκλησίας της Παναγίας και άλλων βασιλικών του 18ου αιώνα στη Λέσβο.
Το σπάνιο αυτό έθιμο έχει τις ρίζες του στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Όπως αναφέρει ο Στρατής Παν. Κολαξιζέλης στο βιβλίο του «Θρύλος και ιστορία της Αγιάσου της Νήσου Λέσβου», ο δημοδιδάσκαλος και ψάλτης Δημήτριος Χριστοφίδης κατασκεύασε την πρώτη μεγάλη χάρτινη σφαίρα, τη φούσκωσε με θερμό καπνό και την ανύψωσε στην αυλή της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας. Το πλήθος, ενθουσιασμένο, την αποκάλεσε «κλεφτοφάναρο».
Όπως επισημαίνει ο κ. Κουτσκουδής, το πρώτο αυτό φανάρι δεν πέταξε ποτέ ουσιαστικά, καθώς το οινόπνευμα που χρησιμοποιήθηκε δεν παρήγαγε πυκνό καπνό, απαραίτητο για την αιώρηση. Έτσι, η σφαίρα αναπηδούσε και τελικά έπεφτε μετά από λίγα μέτρα.
Η τεχνική εξέλιξη του φαναριού
Το φανάρι, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, δημιουργήθηκε από τον κεραμιστή Νίκο Κουρτζή, με καθοδήγηση του πατέρα του Ηλία Κουρτζή, φίλου του Δημήτρη Χριστοφίδη. Ο Ηλίας Κουρτζής, γνωστός και ως «χημικός» για τα πειράματά του, χρησιμοποίησε ακάθαρτο πετρέλαιο που παρήγαγε πυκνό καπνό, προσφέροντας μεγαλύτερη ώθηση και διάρκεια πτήσης στο φανάρι.
Το πρόβλημα των διαρρήξεων στα χάρτινα τοιχώματα του φαναριού, λόγω των καυσαερίων σε μεγάλο ύψος, έλυσε ο Χαράλαμπος Πανταζής. Ενίσχυσε τις άκρες των χαρτιών με σπάγκο, ο οποίος συνέδεε ισχυρά τις κόλλες, κάνοντας το φανάρι πιο ανθεκτικό και σταθερό. Λέγεται μάλιστα ότι σε περίοδο άπνοιας, ένα φανάρι έφτασε μέχρι τα παράλια της Μικράς Ασίας.
Η διακοπή και η αναβίωση του εθίμου
Το έθιμο του φαναριού δεν έμεινε χωρίς απρόοπτα. Καταργήθηκε κατά τα χρόνια της Χούντας, καθώς θεωρήθηκε επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Μετά την Επταετία, επανήλθε και καθιερώθηκε ξανά ως παράδοση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, προσελκύοντας πλήθος επισκεπτών και κατοίκων κάθε χρόνο.
Στα νεότερα χρόνια, την κατασκευή και ανύψωση του φαναριού επιμελείται ο ξυλογλύπτης Προκόπης Τσομπανέλης, διατηρώντας ζωντανό ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και αγαπημένα έθιμα της Αγιάσου.