Μια άλλη Κρήτη, πιο φτωχή σε υλικά αγαθά, αλλά πλούσια σε συναισθήματα και κοινές εμπειρίες, ζωντανεύει μέσα από τις αναμνήσεις του συνταξιούχου εκπαιδευτικού Μανώλη Λαγουδιανάκη. Ο ίδιος περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ το Πάσχα στην ενδοχώρα του Ηρακλείου, τότε που τα έθιμα δεν ήταν απλώς παραδόσεις, αλλά τρόπος ζωής. Όπως αναφέρει από το Σμάρι Πεδιάδος, μόλις τελείωναν οι Απόκριες, ξεκινούσε η αντίστροφη μέτρηση για τον ερχομό του Πάσχα, με την αρχή να σηματοδοτείται την Καθαρά Δευτέρα, τη μέρα που «πέταγε» ο αυτοσχέδιος χαρταετός και ξεκινούσε η Σαρακοστή.
Η καθημερινότητα άλλαζε, καθώς η νηστεία, η εκκλησία και η προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα έμπαιναν στο επίκεντρο της ζωής των κατοίκων. «Κάθε Παρασκευή πηγαίναμε στην εκκλησία για να ακούσουμε τον Ακάθιστο Ύμνο», θυμάται ο κ. Λαγουδιανάκης, ενώ τα παιδιά προετοιμάζονταν μέσα από το σχολείο, μαθαίνοντας τα εγκώμια για να τα ψάλλουν τη Μεγάλη Παρασκευή.
Τα έθιμα και η συλλογική προετοιμασία
Η προετοιμασία για το Πάσχα δεν ήταν ατομική υπόθεση, αλλά μια συλλογική εμπειρία που ένωνε την κοινότητα. Την παραμονή της Σταυροπροσκυνήσεως, μικροί και μεγάλοι μάζευαν λουλούδια για τις «ροδαρές», μικρά μπουκέτα που μοιράζονταν στην εκκλησία. Το Σάββατο του Λαζάρου είχε ξεχωριστή σημασία για τα παιδιά.
«Αρχίζαμε να μαζεύουμε “πέρδικες”, τις κρητικές ορχιδέες, για να φτιάξουμε τον “Λάζαρο”, δηλαδή το στεφάνι από λουλούδια στερεωμένο σε καλάμι. Το πρωί ξεκινούσαμε για να πούμε τα κάλαντα», αναφέρει ο κ. Λαγουδιανάκης, περιγράφοντας πώς τα παιδιά γύριζαν το χωριό με ένα καλάθι στο χέρι, μαζεύοντας αυγά.
Η Μεγάλη Εβδομάδα και η κορύφωση των εθίμων
Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα, η πίστη και η παράδοση κορυφώνονταν. Τη Μεγάλη Πέμπτη, το βάψιμο των αυγών συνδυαζόταν με συμβολικές πράξεις. «Κρατούσαμε ένα κορδόνι και κάναμε έναν κόμπο σε κάθε Ευαγγέλιο και το φορούσαμε σαν φυλαχτό», σημειώνει, ενώ την ίδια μέρα ετοίμαζαν τον σταυρό με σπαραγγιά, που θα συνόδευε τα παιδιά την επόμενη.
«Τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί γυρνούσαμε το χωριό για να πούμε τα Πάθη του Χριστού», θυμάται. Το βράδυ, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με αυτοσχέδιο φωτισμό και λιβάνι, οι κάτοικοι περίμεναν την περιφορά του Επιταφίου έξω από τα σπίτια τους. «Σε κάθε σπίτι σταματούσαν, σήκωναν τον Επιτάφιο και περνούσαν από κάτω οι ένοικοι», λέει, περιγράφοντας τη συγκίνηση της στιγμής, όταν η πομπή κατέληγε στο κοιμητήριο.
Η Ανάσταση και η χαρά της κοινότητας
Το Μεγάλο Σάββατο, η προσμονή κορυφωνόταν. Τα παιδιά είχαν ήδη μαζέψει ξύλα για τη «φουνάρα», το κάψιμο του Ιούδα. «Με το “Χριστός Ανέστη” ανάβαμε τη φωτιά», σημειώνει ο κ. Λαγουδιανάκης, προσθέτοντας ότι κάθε παιδί κρατούσε ένα κόκκινο αυγό ή ένα καλιτσούνι για να το φάει μόλις ακουγόταν το χαρμόσυνο μήνυμα.
Ακολουθούσε το οικογενειακό τραπέζι μέσα στη νύχτα και την επόμενη ημέρα η «δεύτερη Ανάσταση» στην εκκλησία, που σήμαινε το τέλος των εορτασμών. «Είχαμε λιγότερα, αλλά ήμασταν πιο κοντά», είπε με συγκίνηση, υπογραμμίζοντας πως «πίσω από τα έθιμα, πάντα υπήρχε κάτι βαθύτερο, η συνοχή της κοινότητας».
Οι κοινές προετοιμασίες, οι διαδρομές στα σοκάκια, οι εκκλησιαστικές τελετές και οι συμβολικές πράξεις αποτελούσαν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ένιωθαν ότι ανήκουν κάπου. Έτσι, τα χωριά λειτουργούσαν σαν μια μεγάλη οικογένεια, με δεσμούς που διαμόρφωσαν γενιές ανθρώπων.
Όπως επισημαίνει ο κ. Λαγουδιανάκης, στο Σμάρι Πεδιάδος συνεχίζουν μέχρι σήμερα να διατηρούν όσα έθιμα μπορούν, για να επιστρέφουν στις μνήμες και στην αίσθηση του «μαζί» που χαρακτήριζε εκείνες τις εποχές.