Σαντορίνη, Θηρασιά και τα νησάκια των Καμμένων «καλωδιώνονται» το τελευταίο διάστημα, στο πλαίσιο εκτεταμένης αναβάθμισης του δικτύου γεωδαιτικών σταθμών που παρακολουθούν τη σεισμική δραστηριότητα και τις γεωλογικές μετακινήσεις. Καλώδια, φωτοβολταϊκά πάνελ και τοπογραφικά όργανα που θυμίζουν τηλεσκόπια «αγκαλιάζουν» την καλντέρα, ενσωματώνονται στο ηφαιστειακό τοπίο και καταγράφουν κάθε ένδειξη πιθανής νέας διέγερσης.
Το έργο των γεωδαιτικών σταθμών ενισχύεται από τους σεισμογράφους, οι οποίοι επιβεβαιώνουν αν οι παραμορφώσεις προκαλούν δραστηριότητα σε κάποιο ρήγμα. Παράλληλα, σύγχρονα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και μηχανικής μάθησης αναλύουν τις καταγραφές, συνδυάζοντας τα δεδομένα με δορυφορικές παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Εταιρείας και τις γεωχημικές μετρήσεις που αφορούν αέρια και θερμοκρασίες θαλάσσιου νερού.
Ο καθηγητής σεισμολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κώστας Παπαζάχος επισημαίνει, μιλώντας στο ΑΠΕ–ΜΠΕ, ότι τα δύο σεισμοηφαιστειακά κέντρα της Σαντορίνης και της Ανύδρου, τα οποία εμφάνισαν έξαρση το 2024 και το 2025, βρίσκονται πλέον σε σημαντική ύφεση, επανερχόμενα στα προ κρίσης επίπεδα δραστηριότητας. Τονίζει όμως ότι η περιοχή παρακολουθείται στενά, ώστε να συλλέγονται πυκνά και υψηλής ποιότητας δεδομένα για την ενημέρωση της πολιτείας και των πολιτών.
Ο ίδιος αναφέρει πως «στη Σαντορίνη λειτουργεί περίπου 31 χρόνια ένα μη κερδοσκοπικό Σωματείο, το Ινστιτούτο Μελέτης και Παρακολούθησης του Ηφαιστείου της Σαντορίνης», το οποίο διατηρεί τοπικό δίκτυο παρακολούθησης. Με οικονομική ενίσχυση από το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, μέσω του ΟΑΣΠ, το δίκτυο αυτό αναβαθμίζεται και εκσυγχρονίζεται.
Σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση τριών νέων γεωδαιτικών σταθμών GNSS για δορυφορική παρακολούθηση παραμορφώσεων. Το δίκτυο αριθμεί πλέον δέκα σταθμούς, ενώ αναβαθμίστηκαν οι παλαιοί σεισμολογικοί σταθμοί, αντικαθιστώντας το αναλογικό δίκτυο που λειτουργούσε επί 31 χρόνια. Παράλληλα, δημιουργείται νέος ψηφιακός σεισμολογικός σταθμός στο Ακρωτήρι και προγραμματίζεται η οριστική εγκατάσταση σεισμογράφου στην Άνυδρο και στα Χριστιανά.
Το επόμενο διάστημα προβλέπονται περαιτέρω βελτιώσεις του εξοπλισμού στη Σαντορίνη και στα γύρω νησιά. Όπως σημειώνει ο κ. Παπαζάχος, «θα τοποθετηθούν νέοι σεισμογράφοι στη νότια Ίο, την Αμοργό και την Ανάφη», ώστε η ευρύτερη περιοχή, περιλαμβανομένου του υποθαλάσσιου ηφαιστείου Κολούμπο, να διαθέτει πλήρες δίκτυο παρακολούθησης για έγκαιρη ανίχνευση σεισμικής δραστηριότητας.
Η λειτουργία των γεωδαιτικών σταθμών
Ο κ. Παπαζάχος εξηγεί ότι ο γεωδαιτικός σταθμός «παρακολουθεί τη μετακίνηση ενός σημείου με ακρίβεια χιλιοστού». Έτσι, όταν το ηφαίστειο εμφανίζει διόγκωση, καταγράφονται οι μικρομετακινήσεις, επιτρέποντας στους επιστήμονες να εντοπίζουν ενδείξεις διέγερσης.
Η παρακολούθηση συνδυάζεται με σεισμογραφικά και δορυφορικά δεδομένα της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Εταιρείας, καθώς και με γεωχημικές μετρήσεις αερίων και θερμοκρασιών θαλάσσιου νερού, για την ανίχνευση πιθανών αλλαγών που υποδηλώνουν μαγματική δραστηριότητα.
Η γεωλογική ιστορία της Θήρας
Η γεωλογική ιστορία της Θήρας ξεκινά πριν από περίπου 700.000 χρόνια, όταν η ηφαιστειότητα, που είχε αρχίσει δύο εκατομμύρια χρόνια νωρίτερα στα Χριστιανά, μεταφέρθηκε στην περιοχή του Ακρωτηρίου. Έκτοτε, διαδοχικές εκρήξεις, όπως η Μινωική του 1570 π.Χ., διαμόρφωσαν τη σημερινή μορφή του νησιού και των Καμμένων.
Τα σενάρια της σεισμικής έξαρσης 2024-2025
Αναφερόμενος στη σεισμική έξαρση των ετών 2024 και 2025, ο κ. Παπαζάχος σημειώνει ότι υπήρχαν δύο πιθανά σενάρια: ηφαιστειακό και σεισμολογικό. Το ηφαιστειακό σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε έκρηξη, είτε εντός της καλντέρας είτε στην Άνυδρο, πιθανώς με σχηματισμό μικρού υποθαλάσσιου ηφαιστείου. Το σεισμολογικό σενάριο προέβλεπε την πιθανότητα ενός σεισμού έως 6,5 Ρίχτερ, εάν ενεργοποιούνταν ώριμο ρήγμα λόγω πίεσης από τα μαγματικά ρευστά.
Η επόμενη ηφαιστειακή έκρηξη και η διαχείριση κινδύνου
Ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι «όλα δείχνουν πως η επόμενη έκρηξη στο εσωτερικό της Σαντορίνης θα κρατήσει περίπου 3,5 με 4 χρόνια», χωρίς να είναι γνωστό πότε θα συμβεί. Υπενθυμίζει ότι «σε όλες τις προηγούμενες ιστορικές εκρήξεις κανένας άνθρωπος δεν σκοτώθηκε στη Σαντορίνη» και τονίζει πως, με τα σημερινά μέσα τεχνολογίας και πολιτικής προστασίας, η διαχείριση ενός τέτοιου φαινομένου είναι απολύτως εφικτή, υπό την προϋπόθεση τήρησης βασικών μέτρων ασφαλείας.