Ο Γάλλος κινηματογραφιστής Τόνι Γκάτλιφ, γνωστός για την ανάδειξη της τσιγγάνικης κουλτούρας στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, απεβίωσε προχθές Τετάρτη σε ηλικία 77 ετών, σύμφωνα με ανακοίνωση της οικογένειάς του. Ο δημιουργός με περισσότερες από 20 ταινίες στο ενεργητικό του, μεταξύ των οποίων το εμβληματικό "Gadjo Dilo", άφησε την τελευταία του πνοή στην Αρλ της Καμάργκ, στη νοτιοανατολική Γαλλία, λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπισε ενώ εργαζόταν σε ιστορική παραγωγή.
Σε ανακοίνωση που εξέδωσε η οικογένειά του, τονίζεται: «Η ομορφιά των ταινιών του, η γενναιοδωρία του, η χαρά του, η ποίησή του και η αγάπη του για τη μουσική θα μείνουν για πάντα μέσα μας». Η οικογένεια αποχαιρετά τον σκηνοθέτη με τη φράση "Latcho Drom", έκφραση που σημαίνει «Καλό δρόμο» στη γλώσσα των τσιγγάνων.
"Latcho Drom" είναι επίσης ο τίτλος μίας από τις συνολικά 25 ταινίες του Τόνι Γκάτλιφ από το 1975. Κάποιες από αυτές, όπως το "Gadjo Dilo" (1997) και το "Exils" (2004, βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών), έχουν κατακτήσει θέση στην ιστορία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Η τελευταία του ταινία, "Ange", κυκλοφόρησε το 2025.
Οι ταινίες του χαρακτηρίζονται από βαθύ κοινωνικό προβληματισμό και έντονη μουσικότητα. Ξεχωρίζουν για τη χρήση ιδιαίτερων μουσικών ειδών, όπως το φλαμένκο στο "Vengo" (2000), τη μουσική των τσιγγάνων στο "Les Princes" (1983) και το ρεμπέτικο στο "Djam" ("Μποέμικη ψυχή", 2017).
Η καλλιτεχνική παρακαταθήκη και η επίδραση του Τόνι Γκάτλιφ
Η Γαλλίδα υπουργός Πολιτισμού Κατρίν Πεγκάρ, σε ανάρτηση στο X, σημείωσε: «Στον Τόνι Γκάτλιφ άρεσαν δρόμοι που περπατιούνται, σύνορα που απαλείφονται, ζωές που βλέπουμε πολύ λίγο. Κινηματογραφούσε τη μουσική, την κίνηση, την εξορία και την ελευθερία με μία ενέργεια που ήταν μόνο δική του».
Το "Gadjo Dilo", η πιο γνωστή του ταινία, αποτελεί ύμνο στην τσιγγάνικη μουσική, την οποία ο ίδιος ο σκηνοθέτης περιγράφει ως «μια μουσική που κραυγάζει τον φόβο και τον πόνο ενός λαού». Το έργο ακολουθεί την αναζήτηση ενός νεαρού Γάλλου, τον οποίο υποδύεται ο Ρομέν Ντουρίς, στα ίχνη μιας τραγουδίστριας σε καταυλισμό τσιγγάνων στη Ρουμανία.
Ο Τόνι Γκάτλιφ γεννήθηκε ως Μισέλ Νταχαμανί, με πατέρα από την Καβυλία και μητέρα τσιγγάνικης καταγωγής, στις 10 Σεπτεμβρίου 1948. Μετά την αναχώρησή του από την Αλγερία, ήρθε αντιμέτωπος με τη βία και την περιπλάνηση.
Στα 12 του χρόνια, κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου, αποφάσισε να αλλάξει το όνομά του για να μην απελαθεί στην Αλγερία, επιλέγοντας το επώνυμο ενός χώρου πρασίνου του Αλγερίου, του πάρκου Γκάτλιφ.
Μετά από παραμονή σε αναμορφωτήριο, στάλθηκε στην Καμάργκ με δικαστική απόφαση. Τρία χρόνια αργότερα, ήρθε σε επαφή με το θέατρο και γνώρισε τον ελβετικής καταγωγής ηθοποιό Μισέλ Σιμόν, σημαντική μορφή του γαλλικού σινεμά της δεκαετίας του 1930.
Σε παλαιότερη συνέντευξή του στο AFP το 2021, είχε αναφέρει: «Ημουν σε μάχη με τη μοίρα μου, με τον εαυτό μου», προσθέτοντας πως η Καμάργκ «ήταν ένα από τα πράγματα που με έσωσαν».
Ο ίδιος είχε δηλώσει: «Προηγουμένως ήμουν βίαιος, δεν έπρεπε να με αγγίζει κανείς, ήμουν ένα κακό αγόρι (...) δεν άκουγα κανέναν, για μένα οι μεγάλοι, όλοι οι άνθρωποι, ήταν εχθροί». Η παραμονή του στην Καμάργκ άλλαξε τη στάση του απέναντι στους ανθρώπους.
Η Καμάργκ, περιοχή ανάμεσα στον ποταμό Ροδανό και τη Μεσόγειο, αποτελεί τόπο με βαθιές ρίζες στην τσιγγάνικη παράδοση. Κάθε χρόνο, χιλιάδες τσιγγάνοι συγκεντρώνονται εκεί για να τιμήσουν την Αγία Σάρα, σε μια γιορτή πίστης, μουσικής και παραδόσεων.