Μια συμφωνία που μπορεί να αλλάξει όχι μόνο την πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας αλλά και τις πολιτικές ισορροπίες στη χώρα προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις στη χώρα.
Η Ντέλσι Ροδρίγκες διαβεβαιώνει ότι το Καράκας δεν παραδίδει την κυριαρχία επί του πετρελαίου του, την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά για αμερικανικό «έλεγχο» 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών και επικριτές της συμφωνίας κάνουν λόγο για εκχώρηση εθνικού πλούτου.
Σύμφωνα με το Reuters, η υπηρεσιακή πρόεδρος της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροδρίγκες υπερασπίστηκε δημόσια τη μεγάλη πετρελαϊκή συμφωνία ανάμεσα στο Καράκας και την Ουάσιγκτον, διαβεβαιώνοντας ότι η χώρα θα διατηρήσει την ιδιοκτησία και την κυριαρχία επί των πετρελαϊκών της πόρων, παρά την εκμετάλλευση σημαντικού μέρους τους από αμερικανικές εταιρείες.
Η συμφωνία προβλέπει την αξιοποίηση από τις ΗΠΑ μεγάλου μέρους των τεράστιων αποθεμάτων αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας με αντάλλαγμα επενδύσεις, κεφάλαια, τεχνολογία και επιχειρησιακή τεχνογνωσία. Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας παρουσιάζει τη συμφωνία ως μια ευκαιρία αναγέννησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας και συνολικά της οικονομίας, όμως τόσο η αντιπολίτευση όσο και σκληροπυρηνικοί υποστηρικτές του τσαβισμού αμφισβητούν έντονα τους όρους της.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε τη συμφωνία τη «μεγαλύτερη πετρελαϊκή συμφωνία στην ιστορία» και ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ αποκτούν τον «έλεγχο» 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών από τα αποθέματα της Βενεζουέλας.
Η συγκεκριμένη διατύπωση έρχεται σε εμφανή αντίθεση με την προσπάθεια της Ροδρίγκες να παρουσιάσει τη συμφωνία ως συμβατή με την εθνική κυριαρχία της χώρας.
«Η Βενεζουέλα διατηρεί την ιδιοκτησία και την κυριαρχία των πόρων της», τόνισε η Ροδρίγκες, υποστηρίζοντας ότι η συνεργασία με τις ΗΠΑ θα εξασφαλίσει «κεφάλαιο, τεχνολογία και επιχειρησιακή δυνατότητα» για την ανάκαμψη μιας στρατηγικής βιομηχανίας που έχει πληγεί επί χρόνια από την υποεπένδυση, την κακοδιαχείριση και τις διεθνείς κυρώσεις.
Τα 19 δολάρια ανά βαρέλι και τα ερωτήματα για το οικονομικό όφελος
Σύμφωνα με τη Ροδρίγκες, η Βενεζουέλα θα εισπράττει «σχεδόν 19 δολάρια» ανά βαρέλι πετρελαίου που θα πωλείται στο πλαίσιο της συμφωνίας, μέσω φόρων και αδειών. Η κυβέρνηση εκτιμά παράλληλα ότι τα σχετικά έργα θα αποφέρουν περίπου 209 δισ. δολάρια σε έσοδα κατά τη διάρκεια των 25 ετών της συμφωνίας.
Οι αριθμοί αυτοί, ωστόσο, έχουν ήδη τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Σύμφωνα με το Bloomberg, o Φρανσίσκο Μονάλντι, διευθυντής για θέματα ενεργειακής πολιτικής της Λατινικής Αμερικής στο Baker Institute for Public Policy του Πανεπιστημίου Rice, χαρακτήρισε «πολύ ανησυχητική» την έλλειψη διαφάνειας γύρω από την πετρελαϊκή πολιτική της χώρας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα 209 δισ. δολάρια σε φόρους που αναφέρει η κυβέρνηση αντιστοιχούν περίπου σε 3,20 δολάρια για καθένα από τα 65 δισ. βαρέλια που καλύπτει η συμφωνία. Εάν μάλιστα πρόκειται για ονομαστικά έσοδα που θα συγκεντρωθούν σε βάθος δεκαετιών, η σημερινή πραγματική οικονομική αξία τους θα είναι ακόμη μικρότερη.
Οι επιφυλάξεις δεν περιορίζονται στους ειδικούς. Μέρος της κοινωνίας της Βενεζουέλας αναρωτιέται ποιος θα είναι τελικά ο μεγάλος κερδισμένος.
«Δεν ξέρουμε ποιος θα ωφεληθεί, αν θα είναι η Βενεζουέλα ή αυτοί», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Χεσούς Σαλασάρ, εργαζόμενος σε ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας, αποτυπώνοντας την αβεβαιότητα που επικρατεί γύρω από τους πραγματικούς όρους της συμφωνίας.
Αντιπολίτευση και τσαβιστές κατά της Ροδρίγκες
Το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα για τη Ροδρίγκες είναι ότι βρίσκεται αντιμέτωπη ταυτόχρονα με δύο διαφορετικά μέτωπα: την αντιπολίτευση και τους σκληροπυρηνικούς υποστηρικτές του τσαβισμού.
Η συμφωνία διαπραγματεύθηκε χωρίς τη συμμετοχή της αντιπολίτευσης, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν τις συνομιλίες. Η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η σημαντικότερη προσωπικότητα της αντιπολίτευσης, δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος λόγω της στάσης που είχε κρατήσει στο παρελθόν η ίδια η Ροδρίγκες. Κατά την προεδρική εκστρατεία του 2024, όταν ήταν ακόμη σύμμαχος του Νικολάς Μαδούρο, κατηγορούσε τη Ματσάδο ότι λάμβανε εντολές από «αφεντικά» στις ΗΠΑ και ότι επιδίωκε να καταλάβει την προεδρία προκειμένου να παραδώσει το πετρέλαιο της Βενεζουέλας.
Τώρα βρίσκεται η ίδια αντιμέτωπη με ανάλογες κατηγορίες. Ο Χοσέ Αμάλιο Γκρατερόλ, μέλος του κόμματος Vente της Ματσάδο, αμφισβήτησε ευθέως ακόμη και τη μελλοντική ισχύ της συμφωνίας.
«Οτιδήποτε έχει υπογράψει η Ντέλσι Ροδρίγκες δεν έχει απολύτως καμία ισχύ», δήλωσε. «Μπορεί να το υπέγραψε με τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά δεν θα είναι ποτέ έγκυρο, επειδή στερείται πρωτογενούς νομιμοποίησης».
Εξίσου έντονες είναι οι αντιδράσεις στο εσωτερικό του τσαβικού στρατοπέδου. Ο τσαβισμός, το πολιτικό κίνημα που δημιούργησε ο Ούγκο Τσάβες, οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω στην κρατική κυριαρχία επί των φυσικών πόρων και στην αντίσταση στην αμερικανική επιρροή.
Σκληροπυρηνικοί τσαβιστές αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της συμφωνίας και την παρουσίασαν ως παραίτηση από την εθνική κυριαρχία, με ορισμένους να υποστηρίζουν ότι η χώρα ουσιαστικά αναγκάστηκε να παραχωρήσει τον πετρελαϊκό της πλούτο υπό την πίεση των ΗΠΑ.
Ο πρώην αριστερός βουλευτής Γουίλιαν Ροντρίγκες επικαλέστηκε μάλιστα τον ίδιο τον Τσάβες, παραθέτοντας τη φράση του: «Το πετρέλαιο είναι δικό μας και με αυτό ανακτήσαμε την πατρίδα μας».
«Αυτή η συμφωνία κάνει ακριβώς το αντίθετο: χαρίζει την πατρίδα και απαρνείται το εθνικό μας πεπρωμένο», υποστήριξε. «Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να το ωραιοποιήσει κανείς».
Πετρέλαιο, επενδύσεις και πολιτική εξουσία
Πίσω από την αντιπαράθεση για τους οικονομικούς όρους βρίσκεται ένα ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό διακύβευμα: κατά πόσο η συμφωνία μπορεί να ενισχύσει τη θέση της Ροδρίγκες και να μεταβάλει τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον απέναντι στη Βενεζουέλα.
Η Ρίσα Γκράις-Τάργκοου, διευθύντρια Λατινικής Αμερικής στην Eurasia Group, εκτιμά ότι η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος της Ροδρίγκες, εφόσον ενισχύσει τη δέσμευση του Τραμπ να συνεργαστεί μαζί της και μειώσει τα κίνητρα της Ουάσιγκτον να πιέσει για γρήγορη διεξαγωγή νέων εκλογών.
Αυτός, σύμφωνα με την ίδια, είναι «ακριβώς ο λόγος για τον οποίο η αντιπολίτευση είναι τόσο αναστατωμένη». Καθώς αμερικανικές εταιρείες επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια στη Βενεζουέλα, δημιουργείται ένα νέο πλέγμα οικονομικών συμφερόντων που ενδέχεται να καταστήσει την πολιτική σταθερότητα της χώρας σημαντικότερη για την Ουάσιγκτον.
Ο πολιτικός αναλυτής Μπενίνιο Αλαρκόν εκτιμά ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν σταδιακά να μετακινηθούν από την επιδίωξη μιας «μετάβασης με σταθερότητα» προς μια πολιτική «σταθερότητας που διατηρεί την επιλογή της μετάβασης».
Την ίδια στιγμή, τους τελευταίους μήνες η κυβέρνηση Ροδρίγκες έχει προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις που άνοιξαν περισσότερο στο ιδιωτικό κεφάλαιο τους τομείς του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και της εξόρυξης, έπειτα από δεκαετίες ισχυρού κρατικού ελέγχου. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν χαλαρώσει κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στον πετρελαϊκό τομέα της χώρας.
Η παραγωγή πετρελαίου αυξήθηκε κατά περίπου 30% το πρώτο εξάμηνο του έτους, φθάνοντας τα 1,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Παραμένει, ωστόσο, πολύ χαμηλότερα από τα περίπου 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως που παρήγαγε η Βενεζουέλα στις αρχές του αιώνα, έπειτα από χρόνια ελλιπούς συντήρησης, διαφθοράς, κακοδιαχείρισης, περιορισμένων επενδύσεων και διεθνών κυρώσεων.
Για μια χώρα όπου εκατομμύρια πολίτες εξακολουθούν να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και όπου τα εισοδήματα παραμένουν πολύ χαμηλά σε σχέση με το κόστος διαβίωσης, η προοπτική δισεκατομμυρίων δολαρίων σε νέες επενδύσεις δημιουργεί ελπίδες για οικονομική ανάκαμψη.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα: εάν η Βενεζουέλα εξακολουθεί να έχει την κυριαρχία επί του πετρελαίου της, όπως υποστηρίζει η Ροδρίγκες, τι ακριβώς σημαίνει ο «έλεγχος» των 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών που ανακοίνωσε ο Τραμπ;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, και κυρίως οι λεπτομερείς όροι της συμφωνίας που δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως, μπορεί να καθορίσει όχι μόνο ποιος θα επωφεληθεί από έναν από τους μεγαλύτερους πετρελαϊκούς πλούτους του πλανήτη, αλλά και το πολιτικό μέλλον της ίδιας της Βενεζουέλας.