Η συριακή δικαιοσύνη καταδίκασε σε θάνατο τον Ουασίμ αλ-Ασαντ, εξάδερφο του Μπασάρ αλ-Ασαντ, για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου πολέμου.
Ο δικαστής Φαχρ αλ-Ντιν αλ-Αριάν, του 4ου κακουργιοδικείου της Δαμασκού, έκρινε τον Ουασίμ αλ-Ασαντ ένοχο για «ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και κατά συρροήν, βασανιστήρια και ωμότητες (...) που χαρακτηρίσθηκαν εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», προσθέτοντας ότι «κατά συνέπεια, καταδικάζεται σε θάνατο».
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο Ουασίμ αλ-Ασαντ είχε σχηματίσει δύο παραστρατιωτικά σώματα πιστά στο καθεστώς της Δαμασκού, τα οποία ευθύνονται για σειρά φονικών επιθέσεων στην περιοχή της πρωτεύουσας.
Επιπλέον, κρίθηκε ένοχος για υποκίνηση εμφυλίου πολέμου, ενώ κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών αποσύρθηκαν λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
Παρότι δεν κατείχε υψηλά αξιώματα εντός του συριακού καθεστώτος, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επέβαλε κυρώσεις εναντίον του το 2023, με την αιτιολογία ότι ηγείτο παραστρατιωτικού σώματος και αποτελούσε βασικό πρόσωπο του τοπικού δικτύου διακίνησης ναρκωτικών.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, ο Ουασίμ αλ-Ασαντ εμφανιζόταν συχνά σε φωτογραφίες στα κοινωνικά δίκτυα, πλάι σε πολυτελή αυτοκίνητα, φορώντας στρατιωτικές στολές και κρατώντας όπλα.
Το ίδιο δικαστήριο καταδίκασε στις 11 Αυγούστου σε θάνατο τον έκπτωτο πρόεδρο Μπασάρ αλ-Ασαντ, τον αδελφό του Μάχερ αλ-Ασαντ, καθώς και πολλούς αξιωματούχους του καθεστώτος της Δαμασκού, για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν στη διάρκεια του συριακού εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ξέσπασε το 2011.
Μεταξύ των καταδικασθέντων συγκαταλέγεται ο Ατεφ Νατζίμπ, διαβόητος αρχηγός των υπηρεσιών πολιτικής ασφαλείας στη Ντεράα, πριν και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Ο Ατεφ Νατζίμπ ήταν ο μόνος από τους καταδικασθέντες που παρέστη στη δίκη, ενώ οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν ερήμην.
Οι μεταβατικές αρχές εξουσίας που ανέτρεψαν τον Μπασάρ αλ-Ασαντ και το καθεστώς του τον Δεκέμβριο 2024, μετά από 13 χρόνια εμφυλίου πολέμου, δεσμεύθηκαν να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη διάρκεια της διακυβέρνησης αλ-Ασαντ.
Ο Μπασάρ αλ-Ασαντ κρίθηκε ένοχος για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, μεταξύ άλλων για ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης, ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως κατά συρροήν, ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως παιδιών ηλικίας κάτω των 15 ετών (...) βασανιστήρια που επέφεραν τον θάνατο και για στέρηση της ελευθερίας».
Ο έκπτωτος Μπασάρ αλ-Ασαντ διέφυγε τον Δεκέμβριο 2024 μαζί με την οικογένειά του και στενούς συνεργάτες στη Μόσχα, κατά την προέλαση ισλαμιστικών οργανώσεων που οδήγησε στην κατάληψη της Δαμασκού.
Κατά τη φυγή του, εγκατέλειψε υψηλόβαθμους δημόσιους λειτουργούς και αξιωματούχους των υπηρεσιών ασφαλείας, με κάποιους να διαφεύγουν στο εξωτερικό και άλλους να βρίσκουν καταφύγιο στη Λαττάκεια, παράκτια περιοχή της Συρίας που κατοικείται από την αλαουιτική μειονότητα, από την οποία προέρχεται και η φατρία των αλ-Ασαντ.
Ο συριακός εμφύλιος πόλεμος πυροδοτήθηκε από την αιματηρή καταστολή διαδηλώσεων υπέρ της δημοκρατίας, που ακολούθησαν τις εξεγέρσεις της «Αραβικής Άνοιξης» σε χώρες της Μέσης Ανατολής και του Μάγρεμπ.
Πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ εκατομμύρια έγιναν πρόσφυγες. Δεκάδες χιλιάδες εξαφανίστηκαν, πολλοί εκ των οποίων υπήρξαν θύματα βασανιστηρίων και δολοφονιών στα διαβόητα κρατητήρια του καθεστώτος της Δαμασκού.