Η ισπανική κυβέρνηση αποφάσισε την παράταση της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού Αλμαράθ, του μεγαλύτερου στη χώρα, έως τις 8 Ιουνίου 2030, σύμφωνα με σχετικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Η συνέχιση της λειτουργίας των δύο αντιδραστήρων του Αλμαράθ, οι οποίοι εγκαινιάστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και επρόκειτο να κλείσουν το 2027 και 2028, αποτέλεσε πεδίο έντονης διαμάχης ανάμεσα στις ενεργειακές επιχειρήσεις Iberdola, Endesa και Naturgy και την κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ. Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για την κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας έως το 2030.
Η απόφαση για παράταση ήρθε μετά την πρωτοφανή διακοπή ρεύματος στην Ιβηρική χερσόνησο τον Απρίλιο του 2025 και τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στις αγορές ενέργειας. Οι εξελίξεις αυτές αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ισπανίας, σε μια περίοδο που η κυβέρνηση στηρίζει την ενεργειακή στρατηγική της στις ανανεώσιμες πηγές, όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια.
Τον Ιούλιο, η αρμόδια αρχή πυρηνικής ασφάλειας της Ισπανίας (CSN) γνωμοδότησε υπέρ της παράτασης λειτουργίας του σταθμού στην Εστεμαδούρα, ο οποίος κάλυψε το 7% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας το προηγούμενο έτος.
Ο Πέδρο Σάντσεθ είχε θέσει ως βασικές προϋποθέσεις για την απόφαση αυτή την πλήρη διασφάλιση των εγγυήσεων ασφαλείας και την απουσία επιπλέον κόστους για τους φορολογουμένους.
Η αρχική απόφαση για το κλείσιμο του Αλμαράθ είχε ληφθεί το 2019 με ορίζοντα το 2028. Ωστόσο, μετά τη μεγάλη διακοπή ρεύματος του 2025, φορείς του ενεργειακού τομέα άσκησαν πιέσεις για παράταση, επισημαίνοντας τον κίνδυνο για τον ηλεκτρικό εφοδιασμό της χώρας.
Τη δεκαετία του 1980, η Ισπανία διέθετε οκτώ πυρηνικούς σταθμούς που παρήγαγαν το 38% της ηλεκτρικής ενέργειας. Σήμερα, λειτουργούν πέντε έως επτά αντιδραστήρες, καλύπτοντας το 19% του ενεργειακού μείγματος το 2025, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας διασφάλισαν σχεδόν το 60% της παραγωγής ηλεκτρισμού το περασμένο έτος, ενώ η κυβέρνηση έχει θέσει στόχο το ποσοστό αυτό να φτάσει το 81% έως το 2030.