Το πρώτο τρίμηνο του 2026, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας ξεπέρασε το όριο των 3,5 τρισ. ευρώ, φτάνοντας τα 3,536,1 τρισ. ευρώ και αντιστοιχώντας πλέον στο 117,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών (INSEE).
Η Γαλλία έχει δεσμευτεί έναντι των Βρυξελλών να μειώσει το δημόσιο έλλειμμά της κάτω από το 3% του ΑΕΠ έως το 2029. Ωστόσο, η επίτευξη αυτού του στόχου παραμένει αβέβαιη. Με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις, το δημόσιο χρέος αναμένεται να κορυφωθεί γύρω στο 118,7% του ΑΕΠ το 2027 και το 2028, πριν υποχωρήσει ελαφρώς στο 118% το 2029.
Την ίδια στιγμή, τα επιτόκια δανεισμού της χώρας για δεκαετή ομόλογα ανέρχονται στο 3,7%, επίπεδο υψηλότερο από τα προηγούμενα χρόνια. Εντός της ευρωζώνης, υψηλότερα επιτόκια εμφανίζουν μόνο η Μάλτα, η Λετονία και η Λιθουανία.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού έχει ως αποτέλεσμα τη ραγδαία άνοδο των τόκων που καταβάλλει ετησίως η γαλλική κυβέρνηση. Από 35,8 δισ. ευρώ το 2020, οι πληρωμές τόκων ανήλθαν στα 50,9 δισ. ευρώ το 2025 και εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 59 δισ. ευρώ το 2026 και τα 77 δισ. ευρώ το 2028.
Οι πληρωμές τόκων «θα γίνουν τότε πολύ πιθανόν το μεγαλύτερο στοιχείο δαπανών στον κρατικό προϋπολογισμό», σύμφωνα με τον Ρεπουμπλικάνο βουλευτή Φιλίπ Ζουβέν, γενικό εισηγητή για τον προϋπολογισμό του 2027. Ο ίδιος επισημαίνει ότι «αν η Γαλλία ήθελε να αποπληρώσει αυτό το χρέος μονομιάς, θα έπρεπε να πουλήσει όλα τα αποθέματά της σε χρυσό, καθώς και όλες τις εισηγμένες και μη εισηγμένες μετοχές της (EDF, Engie, Airbus κ.λπ.), καθώς και όλα τα δημόσια κτίρια και τη γη της... και ακόμη και αυτό μπορεί να μην είναι αρκετό», όπως αναφέρει η γαλλική εφημερίδα Le Monde.