Η Shell συμφώνησε να εξαγοράσει την καναδική ARC Resources έναντι 13,6 δισ. δολαρίων, στη μεγαλύτερη συμφωνία της εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, με στόχο την ενίσχυση των αποθεμάτων της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Η εξαγορά ενισχύει τη θέση της Shell στον Καναδά, όπου η εταιρεία έχει ήδη σημαντική παρουσία, μεταξύ άλλων μέσω μονάδας υγροποιημένου φυσικού αερίου στη δυτική ακτή της χώρας, όπως αναφέρει το Bloomberg.
Σύμφωνα με την εταιρεία, η ARC διαθέτει χαμηλού κόστους και υψηλής ποιότητας παραγωγική βάση, η οποία συμπληρώνει τις υφιστάμενες δραστηριότητες της Shell στην καναδική αγορά.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Shell, Wael Sawan, δήλωσε ότι η συμφωνία καθιστά τον Καναδά βασική περιοχή δραστηριοποίησης για τον όμιλο.
«Η εξαγορά της ARC ενισχύει τη βάση των πόρων μας για τις επόμενες δεκαετίες», ανέφερε στο ίδιο δημοσίευμα, ο επικεφαλής της Shell, προσθέτοντας ότι η συμφωνία στηρίζει τη στρατηγική της εταιρείας για «περισσότερη αξία με λιγότερες εκπομπές».
Η συμφωνία θα καλυφθεί κατά περίπου 25% με μετρητά και κατά 75% με μετοχές. Το τίμημα αντιστοιχεί σε premium 20% σε σχέση με τη μέση σταθμισμένη τιμή της μετοχής της ARC τις τελευταίες 30 ημέρες.
Η εξαγορά αναμένεται να στηρίξει τον στόχο της Shell για διατήρηση σημαντικής παραγωγής υγρών υδρογονανθράκων, περίπου 1,4 εκατ. βαρελιών ημερησίως, έως το 2030 και μετά.
Παράλληλα, θα ενισχύσει την τροφοδοσία της μονάδας LNG Canada, στην οποία η Shell κατέχει ποσοστό 40%.
Οι δραστηριότητες της ARC βρίσκονται στην ίδια περιοχή με το περιουσιακό στοιχείο Groundbirch της Shell στη Βρετανική Κολομβία, το οποίο τροφοδοτεί το LNG Canada, καθώς και κοντά στο έργο Gold Creek στην Αλμπέρτα.
Η συμφωνία σηματοδοτεί στροφή για τις δραστηριότητες της Shell στη Βόρεια Αμερική, μετά την αποεπένδυση από μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της στην πετρελαϊκή άμμο το 2017 και την πώληση των σχιστολιθικών περιουσιακών στοιχείων της στη λεκάνη Permian το 2021.
Τα διοικητικά συμβούλια των δύο εταιρειών στηρίζουν ομόφωνα τη συναλλαγή. Η ολοκλήρωσή της αναμένεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, υπό την προϋπόθεση εγκρίσεων από μετόχους, δικαστικές και ρυθμιστικές αρχές.