Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες ξεκινούν σήμερα στη Γενεύη δεύτερη σειρά συνομιλιών, με στόχο τη μείωση του κινδύνου αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης. Η Τεχεράνη κάνει λόγο με «σύνεση» για ενδείξεις ότι η αμερικανική στάση απέναντι στο πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας της Ισλαμικής Δημοκρατίας γίνεται «πιο ρεαλιστική».
Οι δύο χώρες, που διατηρούν εχθρικές σχέσεις επί δεκαετίες, επανεκκίνησαν τον διάλογο στις 6 Φεβρουαρίου στη Μούσκατ του Ομάν, μετά από περίοδο έντονης φραστικής αντιπαράθεσης και ανταλλαγής απειλών.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού Υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγαεΐ, δήλωσε ότι «θα μπορούσαμε με σύνεση να συμπεράνουμε πως η αμερικανική θέση για το ζήτημα του ιρανικού προγράμματος πυρηνικής ενέργειας έγινε πιο ρεαλιστική», σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων IRNA.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συνέχισε να ασκεί πίεση στην Τεχεράνη, δηλώνοντας πως θα συμμετάσχει προσωπικά, αν και «έμμεσα», στις διαπραγματεύσεις. «Θέλουν να κλείσουν συμφωνία (...) Δεν νομίζω ότι θέλουν να υποστούν τις συνέπειες που θα είχε το να μην κλείσουν συμφωνία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Επίδειξη ισχύος και στρατιωτικές κινήσεις
Παράλληλα με τις διπλωματικές διεργασίες, οι Φρουροί της Επανάστασης πραγματοποίησαν ασκήσεις στο στρατηγικό στενό του Χουρμούζ, με πλοία, ελικόπτερα, drones και πυραύλους, επιδεικνύοντας στρατιωτική ισχύ. Σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση, στόχος των γυμνασίων είναι η προετοιμασία για «δυνητικές απειλές ασφαλείας και στρατιωτικές απειλές».
Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, συνεχίζει την ανάπτυξη δυνάμεων στην περιοχή, διατηρώντας τη στρατιωτική πίεση. Ένα αεροπλανοφόρο πλέει περίπου 700 χιλιόμετρα από τις ιρανικές ακτές, ενώ δεύτερο πλοίο πλησιάζει την περιοχή. Ο πρόεδρος Τραμπ έχει επαναλάβει πως διατηρεί ανοικτές όλες τις στρατιωτικές επιλογές.
Διπλωματικές επαφές στη Γενεύη
Οι νέες συνομιλίες διεξάγονται με τη μεσολάβηση του Ομάν. Ο επικεφαλής της ιρανικής διπλωματίας, Αμπάς Αραγτσί, έφθασε στην Ελβετία και συναντήθηκε με τον ΥΠΕΞ του Ομάν, Μπαντρ αλ Μπουσάιντι, για να παρουσιάσει «την άποψη και τις σκέψεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας για το ζήτημα του προγράμματος πυρηνικής ενέργειας του Ιράν και της άρσης των κυρώσεων».
Το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών τόνισε την «αποφασιστικότητα» της Τεχεράνης να συνεχίσει «τις διπλωματικές προσπάθειες με άξονα αποτελέσματα που θα εγγυώνται τα δικαιώματα των Ιρανών και την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιφέρεια».
Ανοιχτά ζητήματα και προοπτικές συμφωνίας
Δυτικές χώρες και το Ισραήλ εκφράζουν εδώ και χρόνια υποψίες ότι το Ιράν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου, κάτι που η Τεχεράνη αρνείται, επιμένοντας στο «αναφαίρετο δικαίωμά της» να αναπτύσσει πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς, βάσει της συνθήκης NPT.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αυξήσει τις πιέσεις μετά την καταστολή των κινητοποιήσεων του Ιανουαρίου, αφήνοντας ωστόσο ανοικτό το ενδεχόμενο διπλωματικής λύσης. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, έχει προειδοποιήσει ότι η Τεχεράνη θα αντιμετωπίσει «τραυματικές» συνέπειες, ενώ μίλησε ακόμη και για αλλαγή καθεστώτος, λέγοντας πως «αυτό θα ήταν το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί».
Από τη δική του πλευρά, ο Αραγτσί τόνισε μέσω X πως «τίποτα δεν βρίσκεται πάνω στο τραπέζι: Η υποταγή μπροστά σε απειλές», υπογραμμίζοντας ότι η ιρανική αποστολή προσέρχεται στη Γενεύη με «αληθινές ιδέες για να συναφθεί δίκαιη και ισότιμη συμφωνία».
Ο ειδικός απεσταλμένος του Λευκού Οίκου, Στιβ Γουίτκοφ, και ο σύμβουλος του προέδρου Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, αναμένονται επίσης στη Γενεύη, όπως ανέφερε ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, Μάρκο Ρούμπιο. «Θα δούμε τι θα γίνει. Ελπίζουμε ότι θα υπάρξει συμφωνία», πρόσθεσε.
Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν για το εύρος των θεμάτων που θα τεθούν στο τραπέζι. Η Τεχεράνη επιθυμεί οι συνομιλίες να περιοριστούν στο πυρηνικό της πρόγραμμα, ενώ η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ ζητούν να συζητηθούν και τα προγράμματα βαλλιστικών πυραύλων, καθώς και η δράση ένοπλων οργανώσεων στη Μέση Ανατολή.
Η ιρανική κυβέρνηση δηλώνει διατεθειμένη να εξετάσει συμβιβασμό για το απόθεμα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού, που εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 400 κιλά, υπό την προϋπόθεση ότι οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν σε ουσιαστική άρση των κυρώσεων που πλήττουν την οικονομία της Ισλαμικής Δημοκρατίας.