Οι απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ Κιέβου, Μόσχας και Ουάσινγκτον με στόχο τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία αναμένεται να συνεχιστούν την Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου στο Αμπού Ντάμπι, σύμφωνα με ανακοίνωση του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Ο κ. Ζελένσκι δήλωσε ότι "οι ημερομηνίες των προσεχών τριμερών συναντήσεων έχουν καθορισθεί: στις 4 και 5 Φεβρουαρίου στο Αμπού Ντάμπι". Επισήμανε επίσης ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη για "συζήτηση εις βάθος" και εξέφρασε την ελπίδα πως το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων θα συμβάλει σε ένα πραγματικό τέλος του πολέμου.
Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Ουκρανός πρόεδρος είχε αναφέρει ότι το Κίεβο προετοιμάζεται για συναντήσεις "την ερχόμενη εβδομάδα", ενώ αρχικά είχε προγραμματιστεί συνάντηση για την Κυριακή στο Αμπού Ντάμπι.
Στις 23 και 24 Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκε ο πρώτος κύκλος διαπραγματεύσεων στο Αμπού Ντάμπι με τη συμμετοχή εκπροσώπων από Ουκρανία, Ρωσία και ΗΠΑ. Αυτές ήταν οι πρώτες γνωστές απευθείας συνομιλίες μεταξύ των τριών πλευρών σχετικά με το αμερικανικό σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου.
Παράλληλα, ο απεσταλμένος του Κρεμλίνου για οικονομικά θέματα, Κίριλ Ντμίτριεφ, συναντήθηκε στη Φλόριντα με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ, τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Αμερικανού προέδρου.
Η εν λόγω συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της αμερικανικής μεσολάβησης για την εξεύρεση λύσης, χαρακτηρίστηκε "εποικοδομητική" από τις δύο πλευρές, χωρίς να αποκαλυφθούν λεπτομέρειες για το περιεχόμενο των συζητήσεων.
Οι συνομιλίες για διπλωματική λύση στον πόλεμο που ξεκίνησε με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 παραμένουν ιδιαίτερα δύσκολες.
Τα βασικά εμπόδια αφορούν κυρίως τα εδαφικά ζητήματα, καθώς η Ρωσία απαιτεί την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από περιοχές της περιφέρειας Ντονέτσκ που εξακολουθούν να ελέγχουν.
Το Κρεμλίνο είχε ανακοινώσει την Παρασκευή την προσωρινή αναστολή των επιθέσεών του στην πόλη του Κιέβου μέχρι την 1η Φεβρουαρίου, κατόπιν αιτήματος του Ντόναλντ Τραμπ, ώστε να "δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων".