Τη μεταποίηση και ειδικότερα τη βιομηχανία πλαστικών πλήττει ολοένα και περισσότερο ο αθέμιτος ανταγωνισμός από τρίτες χώρες, κυρίως από την Κίνα, σε μια περίοδο κατά την οποία ο κλάδος βρίσκεται ήδη υπό έντονη πίεση λόγω του αυστηρού κανονιστικού πλαισίου και του υψηλού ενεργειακού κόστους.
Σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει λίγο καιρό πριν ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ), κατά τη διάρκεια συνάντησης με δημοσιογράφους, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη εξαιτίας των αδυναμιών ελέγχου των εισαγόμενων προϊόντων.
Το «αγκάθι» του αθέμιτου ανταγωνισμού και η απουσία ελέγχων
Όπως είχε επισημάνει η Λένα Μπέλση, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΒΠΕ, σήμερα δεν υπάρχει εργαστηριακή μέθοδος που να μπορεί να αποδείξει με βεβαιότητα εάν ένα πλαστικό προϊόν περιέχει το ποσοστό ανακυκλωμένης πρώτης ύλης που δηλώνει ο παραγωγός.
Παράλληλα, οι έλεγχοι στην ελληνική αγορά παραμένουν περιορισμένοι, γεγονός που δημιουργεί περιθώρια για φαινόμενα greenwashing και για αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων που επενδύουν σε νέες τεχνολογίες και συμμορφώνονται με τις αυστηρές απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
«Το ζήτημα του αθέμιτου ανταγωνισμού για την ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών είναι πάρα πολύ σοβαρό. Αν λάβουμε υπόψη μας δύο βασικούς παράγοντες:
α. ότι τεχνικά (στο εργαστήριο) δεν υπάρχει ο τρόπος να ανιχνεύσει κανείς εάν ένα πλαστικό προϊόν περιέχει πράγματι ένα ποσοστό δευτερογενούς πρώτης ύλης (π.χ. RPET),
β. ότι στη χώρα μας οι έλεγχοι είναι ανεπαρκείς,
καταλαβαίνουμε όλοι πως ελλοχεύει μεγάλος κίνδυνος "greenwashing" εισαγόμενων προϊόντων από Τρίτες Χώρες στις οποίες η ιχνηλασιμότητα των υλικών είναι δύσκολο να επιτευχθεί.
Ταυτόχρονα ελλοχεύει εξίσου μεγάλος κίνδυνος αθέμιτου ανταγωνισμού για τις εταιρείες μας οι οποίες επενδύουν σε νέες τεχνολογίες και τεχνογνωσία για να ανταποκριθούν στο ολοένα και πιο αυστηρό κανονιστικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ΣΒΠΕ υποστηρίζει ότι το ζητούμενο δεν είναι η θέσπιση νέων κανονισμών, αλλά η ουσιαστική εφαρμογή των ήδη υφιστάμενων.
Η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, η αποτελεσματική επαλήθευση των περιβαλλοντικών ισχυρισμών αλλά και πραγματικά ίσοι όροι ανταγωνισμού αποτελούν, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, τις βασικές προϋποθέσεις τόσο για την ανταγωνιστικότητα όσο και για την επιτυχία της πράσινης μετάβασης.
Αποδυναμώνεται η ευρωπαϊκή παραγωγή πλαστικών
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Plastics Europe, τα οποία αποτυπώνουν τη σταδιακή απώλεια δυναμικής της ευρωπαϊκής παραγωγής πλαστικών, μέσα σε μία εξαετία, η παραγωγή μειώθηκε από 62,3 εκατ. τόνους το 2018 σε 54,9 εκατ. τόνους το 2024, καταγράφοντας πτώση σχεδόν 12%.
Την ίδια στιγμή, επιβραδύνεται σημαντικά και η ανάπτυξη της κυκλικής οικονομίας, καθώς ενώ η παραγωγή κυκλικών πλαστικών αυξανόταν με ρυθμό 13,6% το 2022, το 2024 ο αντίστοιχος ρυθμός περιορίστηκε μόλις στο 1,2%.
Η εικόνα αυτή οδηγεί την Plastics Europe να προειδοποιεί για τον κίνδυνο μιας «απανθρακοποίησης μέσω αποβιομηχάνισης» (decarbonisation through deindustrialisation), δηλαδή μιας κατάστασης όπου οι εκπομπές μειώνονται όχι επειδή γίνεται καθαρότερη η παραγωγή, αλλά επειδή η παραγωγή μεταφέρεται εκτός Ευρώπης.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία ζητά αλλαγή πορείας
Ανησυχία για τον αθέμιτο ανταγωνισμό τρίτων χωρών, ωστόσο, δεν εκφράζει μόνο η βιομηχανία πλαστικών. Το κορυφαίο στέλεχος της χημικής βιομηχανίας και πρόεδρος της εταιρείας INEOS, Sir Τζιμ Ράτκλιφ, έκανε πρόσφατα λόγο για ένα «σημείο καμπής» για τη χημική βιομηχανία της Ευρώπης, ζητώντας άμεσες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του ΣΒΠΕ, Στέλιο Κακουλίδη, ο οποίος συμμετείχε πρόσφατα στη Γενική Συνέλευση της EuPC, το βασικό μήνυμα που κυριάρχησε ήταν ότι η ευρωπαϊκή μεταποίηση χάνει σταδιακά την ανταγωνιστικότητά της.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος, σε συνδυασμό με τη διαρκή προσθήκη νέων κανονιστικών υποχρεώσεων, από τον νέο κανονισμό για τις συσκευασίες (PPWR) έως τις απαιτήσεις για τα μικροπλαστικά, την ιχνηλασιμότητα και την ανταλλαγή δεδομένων στην εφοδιαστική αλυσίδα, αυξάνει σημαντικά το κόστος συμμόρφωσης για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Το πρόβλημα, όπως επισημαίνει, είναι ότι οι αντίστοιχες υποχρεώσεις δεν εφαρμόζονται πάντοτε στα εισαγόμενα προϊόντα, δημιουργώντας μια δομική ανισορροπία στην αγορά.
Για τα κράτη μέλη της ΕΕ η ανάπτυξη ενιαίου συστήματος ανακύκλωσης και αξιοποίησης των δευτερογενών πρώτων υλών, είναι αναγκαία ώστε να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας, να περιοριστεί το κόστος μεταφοράς και επεξεργασίας και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απέναντι στις εισαγωγές από την Κίνα και άλλες Τρίτες Χώρες.
Πράσινη μετάβαση και ανταγωνιστικότητα αλληλένδετες έννοιες
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών, η πράσινη μετάβαση και η ανταγωνιστικότητα δεν αποτελούν αντικρουόμενους στόχους.
Αντίθετα, η επίτευξη των φιλόδοξων περιβαλλοντικών στόχων της ΕΕ προϋποθέτει τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης εντός Ευρώπης.
Χωρίς ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, σταθερό κανονιστικό πλαίσιο, αποτελεσματικούς ελέγχους και ίσους όρους ανταγωνισμού απέναντι στις εισαγωγές από τρίτες χώρες, η ευρωπαϊκή βιομηχανία κινδυνεύει να χάσει περαιτέρω παραγωγή και επενδύσεις.
Όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι του κλάδου, η Ευρώπη μπορεί να παραμείνει πρωταγωνιστής στη βιώσιμη ανάπτυξη μόνο εφόσον η πράσινη μετάβαση συνδυαστεί με πολιτικές που θα στηρίζουν τη βιομηχανία, θα ενισχύουν την ανακύκλωση και θα διατηρούν την παραγωγή, τις επενδύσεις και τις θέσεις εργασίας εντός της ευρωπαϊκής οικονομίας.