Στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, η παραγωγική διαδικασία έχει υποστεί έναν ριζικό μετασχηματισμό.
Η παραδοσιακή έννοια της καθετοποιημένης παραγωγής εντός των εθνικών συνόρων έχει δώσει τη θέση της στις Παγκόσμιες Αλυσίδες Αξίας (ΠΑΑ), όπου τα στάδια σχεδιασμού, παραγωγής εξαρτημάτων και τελικής συναρμολόγησης κατακερματίζονται και διασπείρονται σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία.
Αυτή η κατάτμηση καθιστά τη βιομηχανία ένα πυκνό δίκτυο ανταλλαγής όχι μόνο φυσικών αγαθών και υπηρεσιών, αλλά πρωτίστως γνώσης.
Ωστόσο, η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία επιβάλλει μια κρίσιμη επαναξιολόγηση αυτού του μοντέλου.
Η άνοδος του προστατευτισμού, η επιβολή δασμών από μεγάλες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ και οι συνεχείς γεωπολιτικές εντάσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, έχουν μετατρέψει την στρατηγική αυτονομία σε κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), η ενίσχυση της βιομηχανικής της βάσης και η θωράκιση της ανταγωνιστικότητάς της περνούν πλέον μέσα από τον έλεγχο των κρίσιμων σημείων των αλυσίδων αξίας, όπου τα άυλα περιουσιακά στοιχεία διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η «Αόρατη» Γνώση και οι Παρεξηγήσεις των Παραδοσιακών Κλάδων
Τα άυλα περιουσιακά στοιχεία αντιπροσωπεύουν μη φυσικούς πόρους που αποτελούν προϊόντα καινοτόμων δραστηριοτήτων.
Ενώ η Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) είναι η πιο αναγνωρίσιμη μορφή τους, η σύγχρονη ανάλυση οφείλει να συμπεριλάβει ένα ευρύτερο φάσμα γνώσης: το λογισμικό, τις βάσεις δεδομένων, τον βιομηχανικό σχεδιασμό, το οργανωσιακό κεφάλαιο, την εκπαίδευση του προσωπικού και, φυσικά, το branding.
Η κατοχή και ο έλεγχος αυτών των στοιχείων επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να δημιουργούν «πνευματικά μονοπώλια», εξασφαλίζοντας υψηλότερη προστιθέμενη αξία και στρατηγικό πλεονέκτημα στην παγκόσμια αγορά.
Η σημασία αυτών των μορφών γνώσης γίνεται ιδιαίτερα εμφανής σε κλάδους που θεωρούνται «παραδοσιακοί», όπως η βιομηχανία τροφίμων και ποτών. Συχνά, αυτοί οι κλάδοι χαρακτηρίζονται ως «χαμηλής τεχνολογίας» ή χαμηλής γνωσιακής έντασης, επειδή οι δείκτες επικεντρώνονται αποκλειστικά στις δαπάνες R&D.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για κλάδους-φορείς (carrier industries) που ενσωματώνουν τεράστιες ποσότητες μη-R&D γνώσης, όπως ο σχεδιασμός προϊόντων, η ψηφιακή βελτιστοποίηση της παραγωγής και η γνώση των καταναλωτικών τάσεων, την οποία αντλούν από εξειδικευμένους παρόχους υπηρεσιών.
Η υποτίμηση αυτής της «αόρατης» , μη-τεχνολογικής καινοτομικής δραστηριότητας οδηγεί σε ελλιπή σχεδιασμό βιομηχανικής πολιτικής.
Οι Επιδράσεις στην Τεχνολογική Καινοτομία
Πρόσφατη έρευνα [1] του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ-ΕΜΠ), η οποία διεξήχθη στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού έργου GLOBALINTO (Capturing the value of intangible assets in micro data to promote the EU's growth and competitiveness) εστίασε ακριβώς στη σύνδεση αυτών των στοιχείων με την καινοτομία.
Αναλύοντας δεδομένα από 18 μεταποιητικούς κλάδους σε 24 οικονομίες της ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο για την περίοδο 2000-2013, η μελέτη κατέληξε σε κρίσιμα συμπεράσματα με στρατηγικές και πολιτικές προεκτάσεις:
- Η τεχνολογική καινοτομία (όπως αποτυπώνεται από στατιστικά που αφορούν αιτήσεις πατεντών στο European Patent Office) συνδέεται θετικά μόνο με την εξωστρεφή συμμετοχή (forward participation) στις αλυσίδες αξίας, επιβεβαιώνοντας ότι η προμήθεια υψηλής ποιότητας ενδιάμεσων εισροών σε διεθνείς πελάτες δημιουργεί σημαντικά μαθησιακά οφέλη.
- Οι άυλες εισροές λειτουργούν ως ισχυροί επιταχυντές της τεχνολογικής προόδου, με τα μη-R&D άυλα στοιχεία να παρουσιάζουν συχνά μεγαλύτερη επίδραση στην παραγωγή τεχνολογικής καινοτομίας (πατέντες) από ό,τι το εξωτερικά αγορασμένο R&D.
- Η προέλευση της γνώσης έχει σημασία: το εισαγόμενο R&D παρουσιάζει τρεις φορές ισχυρότερη σύνδεση με την καινοτομία σε σχέση με το εγχώριο, αναδεικνύοντας την ανάγκη για διεθνή δικτύωση, ενώ αντίθετα οι εγχώριες άυλες υπηρεσίες (σχεδιασμός, marketing) παραμένουν ο βασικός πυλώνας υποστήριξης της τοπικής βιομηχανίας.
- Η συσσώρευση γνώσης σε κάθε κλάδο (patent stock) λειτουργεί ως βάση για την απορρόφηση νέας εξωτερικής γνώσης, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διατήρησης μιας συνεπούς ερευνητικής τροχιάς.
Βιομηχανική Πολιτική και Προοπτικές από Νέες Δράσεις της ΕΕ
Τα αποτελέσματα αυτά ενισχύουν την ανάγκη για μια πιο στρατηγική ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική.
Η μετάβαση προς το Chips Act II (ή Chips Act 2.0), η προετοιμασία του οποίου βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, αντικατοπτρίζει αυτή την ανάγκη για εξέλιξη από ένα «αμυντικό» σχήμα επιδοτήσεων σε μια επιθετική στρατηγική ανταγωνιστικότητας.
Η Ευρώπη πρέπει να στοχεύσει στην «αναγκαιότητα» (indispensability), διασφαλίζοντας ότι οι δικές της δυνατότητες σε άυλα στοιχεία και κρίσιμα εξαρτήματα θα είναι απαραίτητες για τις παγκόσμιες αγορές.
Η απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου και η ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς για τις υπηρεσίες γνώσης και τους ερευνητές είναι απαραίτητα βήματα για την επιτάχυνση της βιομηχανικής κλίμακας (scale-up).
Παράλληλα, πρωτοβουλίες όπως η Πράξη για την Κβαντική Υπολογιστική (Quantum Act) και το Clean Industrial Deal προσφέρουν το πλαίσιο για τη δημιουργία ενός νέου οικοσυστήματος, όπου η ψηφιακή καινοτομία και η πράσινη μετάβαση θα τροφοδοτούν η μία την άλλη.
Η Σημασία για την Ελληνική Βιομηχανική Στρατηγική
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα καλείται να επαναπροσδιορίσει πιο δυναμικά τη θέση της. Τα άυλα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν τον κεντρικό κινητήριο μοχλό για την εξωστρέφεια και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της χώρας.
Ωστόσο, αποτελεί σημαντική παράλειψη το γεγονός ότι οι έννοιες αυτές δεν απολαμβάνουν ακόμη τη δέουσα προσοχή στον δημόσιο διάλογο για τη βιομηχανική πολιτική.
Η συμμετοχή της Ελλάδας σε πρωτοβουλίες όπως το Chips Act II αποτελεί θετικό βήμα, αλλά απαιτείται μια εθνική στρατηγική που θα ενθαρρύνει τη μεταποίηση να επενδύσει σε ευρύτερες μορφές γνώσης πέρα από το παραδοσιακό R&D.
Η ανάδειξη της μεταποιητικής βιομηχανίας ως κεντρικού παίκτη στην οικονομία της γνώσης δεν είναι απλώς μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας και της στρατηγικής θέσης της χώρας στις διεθνείς αλυσίδες αξίας. Και η σημασία των αύλων περιουσιακών στοιχείων στη μεταποίηση κομβική σε αυτή την επιλογή.
*Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι Καθηγητής Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, Διευθυντής του ΕΒΕΟ-ΕΜΠ και Επικεφαλής του Γραφείου Μεταφοράς Τεχνολογίας ΕΜΠ.
*Ο Δρ. Πέτρος Δήμας είναι Μεταδιδακτορικός Ερευνητής του ΕΒΕΟ-ΕΜΠ και Εντεταλμένος Διδάσκοντας του Τμήματος Μηχανικών Οικονομίας και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
[1] Η μελέτη στην οποία βασίζεται το άρθρο δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Science and Public Policy, 2025, 52, 910-926 (https://doi.org/10.1093/scipol/scaf046).