Κατά τη διάρκεια της δεύτερης συζήτησης και ψηφοφορίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος στη Βουλή, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι η διαδικασία δεν αφορά απλώς την επανάληψη των αρχικών θέσεων των κομμάτων. Όπως σημείωσε, η συζήτηση αποτελεί ευκαιρία για αναστοχασμό και αναζήτηση συγκλίσεων μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.
Ο πρωθυπουργός επεσήμανε ότι από τον Ιούλιο είχε θέσει ως βασικό στόχο τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου Συντάγματος για τη χώρα. Παράλληλα, συνεχάρη τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ και όλους τους βουλευτές που συμμετείχαν στις σχετικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Στην τοποθέτησή του, ο κ. Μητσοτάκης ανέδειξε αντιφάσεις στη στάση ορισμένων βουλευτών μεταξύ επιτροπής και ολομέλειας, επισημαίνοντας ότι «προτείναμε την αλλαγή 33 διατάξεων» και καμία δεν συγκέντρωσε τις απαιτούμενες 180 ψήφους. Επέκρινε τη στάση της αντιπολίτευσης, χαρακτηρίζοντάς την ως αδιέξοδη και βασισμένη στη λογική του "όχι σε όλα".
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι ο συνταγματικός νομοθέτης επιδιώκει να λαμβάνεται υπόψη η βούληση των πολιτών μέσω των εκλογών και κάλεσε τα κόμματα να αναλογιστούν τη στάση τους στο ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης. Αναφέρθηκε, επίσης, στην ιστορική στάση της ΝΔ κατά την αναθεώρηση του 1999-2000, επισημαίνοντας τη διάθεση για υπεύθυνο διάλογο και συναίνεση.
Τέλος, ο κ. Μητσοτάκης σχολίασε ότι είναι παράλογο να μην κατοχυρώνεται συνταγματικά η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων και να μην υπάρχει συμφωνία για την επιστολική ψήφο, καθώς και για τη σύνδεση της απόδοσης και αμοιβής των δημοσίων υπαλλήλων με την αξιολόγηση. Τόνισε ότι ζητήματα όπως η αλλαγή του άρθρου 86 και η κατάργηση της δυνατότητας συχνής διεξαγωγής εκλογών παραμένουν άλυτα λόγω της στάσης της αντιπολίτευσης, με αποτέλεσμα να παραπέμπονται στις καλένδες.