Νέα δεδομένα προκύπτουν γύρω από το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, καθώς μια σειρά εξελίξεων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επανεκκίνηση ενός έργου που εδώ και μήνες βρίσκεται σε καθεστώς αβεβαιότητας.
Η πρόσφατη είσοδος της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού επενδυτή στην εταιρεία Great Sea Interconnector, η αυξημένη πολιτική στήριξη από το Παρίσι, οι τελευταίες τοποθετήσεις της κυπριακής κυβέρνησης αλλά και η προοπτική επανέναρξης των ερευνών βυθού ακόμη και περί τα μέσα Οκτωβρίου δημιουργούν ελπίδες για οριστική επανεκκίνηση του έργου.
Κομβικό σημείο αποτελεί η πρόσφατη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Εμανουέλ Μακρόν στο Μέγαρο των Ηλυσίων, στο επίκεντρο της οποίας βρέθηκε, μεταξύ άλλων, και ο GSI, με τον Γάλλο πρόεδρο να εκφράζει την ετοιμότητα της Γαλλίας να συμβάλει στη δρομολόγηση των βυθομετρικών ερευνών.
Την ίδια στιγμή, ένα ακόμη λιθαράκι στα παραπάνω προσθέτει νέα μελέτη, η οποία παρουσιάζει τον GSI ως μια κρίσιμη υποδομή που, εφόσον υλοποιηθεί, θα μπορούσε να αλλάξει τη θέση της Κύπρου στον ευρύτερο ενεργειακό χάρτη.
Η Λευκωσία βάζει στο τραπέζι τα 25 εκατ. ευρώ
Σημαντικό σήμα εκπέμπεται και από την κυπριακή πλευρά, με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, να δηλώνει σε συνέντευξή του σε κυπριακό κανάλι τη Δευτέρα πως η Λευκωσία δεν έχει αντίρρηση να καταβάλει την προβλεπόμενη ετήσια συνεισφορά των 25 εκατ. ευρώ για την υλοποίηση του έργου.
Σύμφωνα με τον Κύπριο πρόεδρο, έχει συμφωνηθεί με τον Έλληνα πρωθυπουργό η καταβολή να προχωρήσει μόλις εκδοθεί η NAVTEX που θα επιτρέψει τη συνέχιση των ερευνών και των εργασιών για την πόντιση του καλωδίου.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς η οικονομική δέσμευση της Λευκωσίας αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις για να προχωρήσει απρόσκοπτα το επόμενο στάδιο του έργου.
Θυμίζουμε πως με βάση τη διακρατική συμφωνία που υπεγράφη τον Σεπτέμβριο του 2024, η κυπριακή συμμετοχή ανέρχεται σε 25 εκατ. ευρώ ετησίως για την περίοδο 2025-2029.
Υπενθυμίζεται ότι το έργο, συνολικού ύψους σχεδόν 2 δισ. ευρώ, χρηματοδοτείται με 657 εκατ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (PCI - Εργα Κοινού Ενδιαφέροντος), ενώ έχει υποβληθεί πρόσφατα και αίτημα στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για χρηματοδότηση 1 δισ. ευρώ.
Πιέσεις για οριστικές αποφάσεις στην Κύπρο
Και δε θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά από τη στιγμή που ολοένα και αυξάνονται στο εσωτερικό της Κύπρου οι πολιτικές πιέσεις για ξεκάθαρη κυβερνητική στάση υπέρ της διασύνδεσης.
Την περασμένη εβδομάδα η Αννίτα Δημητρίου, Πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού (του κεντροδεξιού κόμματος της Κύπρου), στο πλαίσιο δημοσιογραφικής διάσκεψης, ζήτησε την άμεση, και οριστική στήριξη του GSI από την κυπριακή κυβέρνηση.
Σύμφωνα με την ίδια, η είσοδος μεγάλων διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων και η εντονότερη εμπλοκή Ελλάδας, Γαλλίας και ΗΠΑ δημιουργούν μια νέα δυναμική.
Η κ. Δημητρίου υπενθύμισε ότι κατά την προηγούμενη διακυβέρνηση σχεδιάστηκε ένα ολοκληρωμένο ενεργειακό πλάνο (ΑΠΕ, έλευση φυσικού αερίου, υποδομές αποθήκευσης, ηλεκτρική διασύνδεση), το οποίο η παρούσα κυβέρνηση είχε υιοθετήσει επίσημα το 2023.
Ωστόσο, σημείωσε ότι τρεισήμισι χρόνια μετά, «η ικανοποίησή μας έχει μετατραπεί σε προβληματισμό και απογοήτευση».
Αντίθετα, επικρότησε τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία «δείχνει να αντιλαμβάνεται τη σημασία της συγκυρίας», καθώς και την ανάληψη της υλοποίησης από μεγάλη γαλλική εταιρεία.
Απαντώντας στις συζητήσεις για την αναγκαιότητα νέων μελετών, η Πρόεδρος του ΔΗΣΥ διευκρίνισε ότι η παράταξη δεν αντιτίθεται στην τεκμηρίωση και τη διαφάνεια, ωστόσο αυτές «δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για να παραμείνει το έργο στο ράφι».
Η ίδια, μάλιστα, υπενθύμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη χρηματοδοτήσει και επιβλέψει τεχνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές μελέτες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ και βασει αυτών των μελετών εγκρίθηκε χορηγία ύψους 658 εκατ. ευρώ.
Το κόστος δεν είναι η μοναδική παράμετρος
Την ίδια στιγμή έχει έρθει στο φως μία ολοκληρωμένη μελέτη με τίτλο «Beyond the cable: Energy security, cost recovery and the Eastern Mediterranean as an emerging electricity corridor» από την ερευνητική μονάδα H₂Zero, η οποία επιχειρεί να αξιολογήσει το έργο όχι μόνο με βάση το κόστος κατασκευής και τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κύπρου, αλλά και με βάση τα ευρύτερα οικονομικά και στρατηγικά οφέλη.
Η μελέτη αυτή φέρει την υπογραφή του καθηγητή Ανδρέα Πουλλικκά, ο οποίος έχει επιτελέσει πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής της Κύπρου, θέση από την οποία αποχώρησε οικειοθελώς τον Νοέμβριο του 2024.
Σύμφωνα με αυτήν, η πραγματική οικονομική επιβάρυνση της Κύπρου δεν μπορεί να υπολογιστεί απλώς με βάση την αναλογία 63%-37% που έχει συμφωνηθεί μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας.
Πριν από τον επιμερισμό λαμβάνονται υπόψη η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και τα έσοδα από τη διασυνοριακή δυναμικότητα.
Ως αποτέλεσμα, το τελικό κόστος που θα πρέπει να ανακτηθεί από τους καταναλωτές εξαρτάται από το υπόλοιπο ποσό μετά την αφαίρεση αυτών των εσόδων.
Η μελέτη εξετάζει παράλληλα το πιθανό όφελος από τη σύγκλιση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ της Κύπρου και των ευρωπαϊκών αγορών.
Σε ενδεικτικά σενάρια, η οικονομική αξία της διασύνδεσης μπορεί να διαμορφωθεί από δεκάδες έως και εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως, ανάλογα με το επίπεδο αξιοποίησης της εμπορικής δυναμικότητας και το καθαρό όφελος ανά κιλοβατώρα.
Όπως ξεκαθαρίζεται, η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν αποτελεί πρόβλεψη μελλοντικών εσόδων, αλλά καταδεικνύει το εύρος των πιθανών ωφελειών από τη λειτουργία του καλωδίου.
Ενεργειακή ασφάλεια και ΑΠΕ στο επίκεντρο
Θυμίζουμε πως η Κύπρος παραμένει το μοναδικό κράτος-μέλος της ΕΕ που δεν διαθέτει ηλεκτρική διασύνδεση, με αποτέλεσμα να παράγει όλη την ενέργειά της στο εσωτερικό της και παράλληλα το ηλεκτρικό της σύστημα στηρίζεται κατά 75,5% στο πετρέλαιο, το ακριβότερο και πλέον ρυπογόνο καύσιμο.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η διασύνδεση θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη για υψηλά επίπεδα εφεδρείας και πλεονάζουσας παραγωγικής ισχύος, ενώ παράλληλα θα έδινε στην Κύπρο πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και εξισορρόπησης.
Παράλληλα, η δυνατότητα εξαγωγής της πλεονάζουσας παραγωγής από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα θα μπορούσε να περιορίσει τις περικοπές πράσινης ενέργειας όταν η εγχώρια ζήτηση δεν επαρκεί για την απορρόφησή της.
Από ελληνοκυπριακό έργο σε ενεργειακό διάδρομο
Πέρα από τις άμεσες επιπτώσεις στην κυπριακή αγορά ο GSI σύμφωνα με την μελέτη αποκτά σταδιακά ευρύτερη περιφερειακή διάσταση.
Η προοπτική μελλοντικής σύνδεσης με το Ισραήλ θα μπορούσε να μετατρέψει την υποδομή σε τμήμα ενός ευρύτερου ενεργειακού διαδρόμου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη εξετάζει και τη δυνητική σύνδεση με ευρύτερους σχεδιασμούς, όπως ο IMEC, που θα μπορούσε να δημιουργήσει για την Κύπρο μια στρατηγική «αξία επιλογής» σε περίπτωση που αναπτυχθούν στο μέλλον νέες ροές ηλεκτρικής ενέργειας από την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς την Ευρώπη.
Το επόμενο ορόσημο οι έρευνες στον βυθό
Το πλέον άμεσο βήμα αφορά τις νέες έρευνες βυθού. Σύμφωνα με πληροφορίες του Business Daily, η Meridiam, ο ΑΔΜΗΕ και η Nexans προχωρούν τις τεχνικές προετοιμασίες για το πλοίο που θα αναλάβει τις απαιτούμενες εργασίες. Στο πλαίσιο αυτό βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες που αφορούν τις αδειοδοτήσεις, τη στελέχωση, τον εξοπλισμό και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της αποστολής.
Αυτές περιλαμβάνουν την ολοκλήρωση των απαιτούμενων αδειοδοτήσεων, τη στελέχωση του πλοίου με το κατάλληλο πλήρωμα, την προετοιμασία του εξοπλισμού που απαιτείται για τις έρευνες, αλλά και την έκδοση της NAVTEX, η οποία αναμένεται να εκδοθεί από την Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού.
Από την Αθήνα έχει καταστεί σαφές ότι η διαδικασία θα προχωρήσει χωρίς να ζητηθεί άδεια από την Τουρκία, καθώς η ελληνική θέση είναι ότι οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν στη βάση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και τις αρμοδιότητες Ελλάδας και Κύπρου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, υπάρχει ενδεχόμενο να χρειαστεί έκδοση NAVTEX και από την κυπριακή πλευρά σε ό,τι αφορά το κομμάτι του έργου που τοποθετείται στη δική της ΑΟΖ. Ωστόσο, αυτό δεν έχει αποφασιστεί ακόμη.
Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι το πλοίο, θα φέρει γαλλική σημαία, όπως ανέδειξε πρώτο σε ρεπορτάζ του το Business Daily, δίνοντας το σήμα στην Τουρκία ότι η επανεκκίνηση των ερευνών γίνεται πλέον μέσω ενός σχήματος στο οποίο η γαλλική συμμετοχή έχει κεντρικό ρόλο.
Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του πλοίου θα είναι γαλλικό - εξ ου και η γαλλική σημαία - ενώ Γάλλοι αναμένεται να αποτελέσουν το βασικό πλήρωμα που θα το στελεχώσει.
Εφόσον ολοκληρωθούν εγκαίρως οι απαραίτητες προετοιμασίες και εκδοθούν οι απαιτούμενες NAVTEX, οι έρευνες θα μπορούσαν να ξεκινήσουν από τα μέσα Οκτωβρίου και μετά.
Στο μεταξύ, πληροφορίες αναφέρουν ότι εξετάζεται και μια διακρατική ενημέρωση από τη Γαλλία προς τα παράκτια κράτη για την επικείμενη πραγματοποίηση των ερευνών. Η προσέγγιση αυτή θα διαχωρίζει την ενημέρωση από την αδειοδότηση, καθώς οι σχετικές άδειες θα ζητηθούν από την Ελλάδα και την Κύπρο.
Πάντως, οι έρευνες δεν μπορούν να καθυστερήσουν πολύ, καθώς μία νέα παρατεταμένη καθυστέρηση θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις στο οικονομικό σκέλος του πρότζεκτ και να αναζωπυρώσει τις αμφιβολίες που έχουν εκφραστεί στην Κύπρο.