Η ευρωπαϊκή αλιεία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς η συζήτηση για το μέλλον της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑλΠ) έχει ξεκινήσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η αναθεώρηση αυτή δεν αφορά μόνο το κανονιστικό πλαίσιο, αλλά καθορίζει και το πώς θα διαμορφωθεί ο κλάδος τα επόμενα χρόνια, με στόχο μια ανθεκτική, ανταγωνιστική και βιώσιμη αλιεία που θα εξασφαλίζει αξιοπρεπές εισόδημα και προοπτικές για τις τοπικές κοινωνίες.
Σύμφωνα με την επίσημη αξιολόγηση της ΚΑλΠ που ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο, το επόμενο διάστημα θα ληφθούν αποφάσεις που θα καθορίσουν τη νέα πραγματικότητα για την αλιεία στην Ευρώπη. Η Ελλάδα καλείται να συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία, καταθέτοντας τεκμηριωμένες θέσεις, προτάσεις και οικοδομώντας ισχυρές συμμαχίες.
Ο κλάδος αντιμετωπίζει πολλαπλές προκλήσεις: η οικονομική απόδοση παραμένει χαμηλή, το κόστος παραγωγής –ιδίως το ενεργειακό– αυξάνεται, ενώ ο αλιευτικός στόλος και το ανθρώπινο δυναμικό μειώνονται και γερνούν. Η προσέλκυση νέων στο επάγγελμα γίνεται ολοένα πιο δύσκολη, καθιστώντας την ανανέωση των γενεών βασική προτεραιότητα.
Για να γίνει το επάγγελμα του αλιέα πιο ελκυστικό και βιώσιμο, απαιτούνται καλύτερες συνθήκες εργασίας και ασφάλειας, καθώς και εκπαίδευση στις νέες τεχνολογίες και δεξιότητες που απαιτεί η σύγχρονη εποχή. Παράλληλα, η αντιμετώπιση της παράνομης αλιείας και του αθέμιτου ανταγωνισμού, ειδικά από τρίτες χώρες, παραμένει κρίσιμη για τη διασφάλιση ίσων όρων στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η προστασία και ορθή διαχείριση των αλιευτικών αποθεμάτων αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προτεραιότητες. Απαιτούνται αποτελεσματικότεροι έλεγχοι, συνεπής εφαρμογή των κανόνων και ενίσχυση της οικοσυστημικής προσέγγισης, καθώς η περιβαλλοντική βιωσιμότητα συνδέεται άμεσα με την οικονομική σταθερότητα του κλάδου.
Ενίσχυση της θέσης παραγωγών και ανάπτυξη υδατοκαλλιέργειας
Ζητήματα όπως η ισορροπία μεταξύ αλιευτικής ικανότητας και διαθέσιμων πόρων, η κατανομή ποσοστώσεων, η αντιμετώπιση χωροκατακτητικών ειδών και οι ζημιές στον εξοπλισμό, απαιτούν πρακτικές λύσεις. Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των παραγωγών μέσω ισχυρότερων οργανώσεων, καλύτερης μεταποίησης και εμπορίας, ενίσχυσης της ιχνηλασιμότητας και ενημέρωσης των καταναλωτών.
Η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί βασικό πυλώνα για το μέλλον, καθώς μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην παραγωγή τροφίμων, στις εξαγωγές και στην απασχόληση, ιδιαίτερα στις παράκτιες και νησιωτικές περιοχές της χώρας.
Για την Ελλάδα, η αλιεία δεν είναι μόνο παραγωγικός κλάδος, αλλά συνδέεται στενά με τη ζωή και την οικονομία των νησιωτικών και παράκτιων περιοχών, διατηρώντας την τοπική ανάπτυξη και τη συνοχή των κοινωνιών.
Προϋποθέσεις για βιώσιμη αλιεία
Η νέα Κοινή Αλιευτική Πολιτική καλείται να ισορροπήσει μεταξύ περιβαλλοντικών, οικονομικών και κοινωνικών διαστάσεων. Απαιτείται πράσινη και ενεργειακή μετάβαση του στόλου και των μονάδων υδατοκαλλιέργειας, με μέτρα που να είναι εφαρμόσιμα και χρηματοδοτήσιμα. Παράλληλα, το κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να γίνει πιο ευέλικτο και λιγότερο γραφειοκρατικό, ενώ είναι αναγκαίοι οι ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι για την υλοποίηση των νέων κανόνων.
Η βασική αρχή παραμένει σαφής: η αλιεία πρέπει να καταστεί βιώσιμη και να έχει μέλλον. Γι’ αυτό και προωθείται ανοιχτός διάλογος με τους φορείς του κλάδου, δίνοντας έμφαση στις προτάσεις όσων δραστηριοποιούνται καθημερινά στη θάλασσα και γνωρίζουν τις πραγματικές προκλήσεις και δυνατότητες του τομέα.
Η Ελλάδα διεκδικεί μεγαλύτερη ευελιξία και απλούστευση, χωρίς εκπτώσεις στον έλεγχο και την εφαρμογή των μέτρων, ενώ αναζητά συμμαχίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την προώθηση των ελληνικών θέσεων. Η αναθεώρηση της ΚΑλΠ αποτελεί σημαντική ευκαιρία, ώστε η χώρα να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση του μέλλοντος της ευρωπαϊκής αλιείας.