Στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών απέναντι στην ακρίβεια, με παράλληλη διατήρηση της δημοσιονομικής υπευθυνότητας, προκρίνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, προειδοποιώντας ότι μια δημοσιονομική εκτροπή θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας και να αυξήσει το κόστος δανεισμού.
Μιλώντας στο Κανάλι της Βουλής, στην εκπομπή «Βουλής Βήμα» με την Αλεξία Κουλούρη, αναγνώρισε ότι πολλοί πολίτες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις καθημερινές ανάγκες τους. Όπως τόνισε, η κοινωνική πολιτική πρέπει να επικεντρωθεί σε όσους οι αυξήσεις των αποδοχών δεν επαρκούν για να καλύψουν την ακρίβεια, καθώς και στους ανέργους.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι, σε μέσους όρους, οι πραγματικοί μισθοί έχουν αυξηθεί, επισημαίνοντας πως η διατηρήσιμη άνοδος των εισοδημάτων προϋποθέτει υψηλότερη ανάπτυξη και παραγωγικότητα.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, έθεσε ως προτεραιότητα τη διαφύλαξη των ευνοϊκών όρων χρηματοδότησης που εξασφάλισε η Ελλάδα. Προειδοποίησε ότι η απώλεια της δημοσιονομικής σύνεσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποβαθμίσεις και υψηλότερα επιτόκια, εξανεμίζοντας οφέλη που έχουν κατακτηθεί με μεγάλες θυσίες.
«Αν δεν υπάρξει δημοσιονομική σύνεση, τι θα συμβεί; Θα ανέβουν τα επιτόκια πάλι, θα χάσουμε τις αναβαθμίσεις που έχουμε, θα γίνουν υποβαθμίσεις», προειδοποίησε.
Εκτίμησε επίσης ότι στο τέλος του 2026 η Ελλάδα δεν θα έχει πλέον το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ευρωζώνη.
Πληθωρισμός, επενδύσεις και η επόμενη αναβάθμιση
Για τη νομισματική πολιτική, ο κ. Στουρνάρας επανέλαβε την ανάγκη προσεκτικών αποφάσεων από την ΕΚΤ, αναγνωρίζοντας ότι οι αυξήσεις επιτοκίων επιβαρύνουν τον δανεισμό. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η ανεξέλεγκτη άνοδος του πληθωρισμού θα έπληττε περισσότερο τους οικονομικά ασθενέστερους.
Απέδωσε τις πληθωριστικές πιέσεις τόσο στην ενεργειακή κρίση και στις γεωπολιτικές συγκρούσεις όσο και σε παράγοντες ζήτησης. Για την Ελλάδα, συνέδεσε τον υψηλότερο πληθωρισμό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κυρίως με τη ζήτηση που υπερβαίνει την παραγωγική ικανότητα, αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ισχυρό τουρισμό.
Για την επίτευξη πιστοληπτικής αξιολόγησης στην κατηγορία «Α», έθεσε ως προϋποθέσεις τη συνέχιση της υπεύθυνης δημοσιονομικής πολιτικής, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη Δικαιοσύνη, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στη στενότερη σύνδεση των επιχειρήσεων με την εκπαίδευση, την έρευνα και την τεχνολογία.
Όσον αφορά την περίοδο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, εκτίμησε, με επιφύλαξη βάσει των πρώτων διαθέσιμων στοιχείων, ότι δεν διαφαίνεται απότομη υποχώρηση των δημόσιων επενδύσεων. Επισήμανε ότι πόροι του ΕΣΠΑ και έργα του Ταμείου, ιδιαίτερα μέσω του δανειακού σκέλους, θα συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομία.
Για το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, τόνισε ότι η ενίσχυση των εξαγωγών συνοδεύεται από υψηλές εισαγωγές. Ως βασική διέξοδο ανέδειξε τις επενδύσεις σε ενεργειακά δίκτυα και αποθήκευση, ώστε να αξιοποιούνται περισσότερο οι ΑΠΕ και να περιοριστούν οι εισαγωγές καυσίμων. Παράλληλα, υπογράμμισε τη χαμηλή ιδιωτική αποταμίευση και τη σημασία των επαγγελματικών ταμείων.
Στο διεθνές πεδίο, τάχθηκε κατά των δασμών, λέγοντας ότι η απόσυρσή τους θα ωφελούσε πρώτα τις ΗΠΑ και στη συνέχεια την παγκόσμια οικονομία. Αναφέρθηκε επίσης στο ψηφιακό ευρώ ως συμπλήρωμα των μετρητών, χαρακτηρίζοντας τα κρυπτονομίσματα εργαλεία κερδοσκοπίας.