Στο επίκεντρο των εργασιών της 33ης Γενικής Συνέλευσης της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας (ΔΣΟ), που πραγματοποιήθηκε στο Ελσίνκι της Φινλανδίας από τις 17 έως τις 21 Ιουνίου 2026, βρέθηκαν οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μειοψηφικοί χριστιανικοί πληθυσμοί σε περιόδους κρίσεων. Το κεντρικό θέμα της Συνέλευσης ήταν «Μειοψηφικοί Χριστιανικοί Πληθυσμοί σε περιόδους κρίσεων: Σχέσεις κοινωνίας, κράτους και εκκλησίας. Προβλήματα και αντιξοότητες».
Οι συμμετέχοντες υιοθέτησαν διακήρυξη με στόχο την ανάδειξη των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι χριστιανικές μειονότητες και την ενίσχυση της διεθνούς αλληλεγγύης προς αυτές. Η διακήρυξη ορίζει ως μειοψηφικούς χριστιανικούς πληθυσμούς τις αυτόχθονες κοινότητες που αποτελούν θρησκευτική μειονότητα στις χώρες όπου διαβιούν, αναφερόμενη σε περιοχές της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής, αλλά και της Ευρώπης και άλλων ηπείρων.
Ανησυχία για τις συνέπειες των συγκρούσεων
Τα μέλη της ΔΣΟ υπογράμμισαν τον σεβασμό τους προς τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και εξέφρασαν έντονη ανησυχία για τις συνέπειες των σύγχρονων πολεμικών συγκρούσεων. Οι συγκρούσεις αυτές προκαλούν ανθρώπινες απώλειες, προσφυγικά κύματα και εκτεταμένες καταστροφές, επιβαρύνοντας ιδιαιτέρως τις θρησκευτικές μειονότητες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην καταδίκη των διώξεων κατά χριστιανικών πληθυσμών. Όπως αναφέρεται στη διακήρυξη, η Συνέλευση «καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφής διώξεις που υφίστανται οι μειοψηφικοί χριστιανικοί πληθυσμοί με σκοπό τη συρρίκνωση ή και την εξολόθρευσή τους», ενώ «καταγγέλλει την πρακτική διώξεων ως μέσο για την τρομοκράτησή τους και τη βίαιη εκτόπισή τους από τις πατρογονικές τους εστίες».
Ανάγκη πολιτικής αντιμετώπισης των προβλημάτων
Σύμφωνα με τη διακήρυξη, οι διώξεις αυτές δεν σχετίζονται με τις εκδηλώσεις πίστης των χριστιανών, αλλά «αφορούν αποκλειστικά την ίδια τη θρησκευτική ταυτότητα των διωκόμενων». Οι πρακτικές αυτές προέρχονται συχνά από παρακρατικούς μηχανισμούς, κρατικές δομές ή θεοκρατικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα που επιδιώκουν τη θρησκευτική ή φυλετική ομοιογένεια.
Όπως υπογραμμίζεται, «απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση ενός μέλλοντος απαλλαγμένου από τέτοιες πρακτικές που παραβιάζουν κατάφωρα τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου είναι η ανάδειξη των προβλημάτων και η επίλυσή τους σε ένα αμιγώς πολιτικό περιβάλλον, όπως είναι ο κοινοβουλευτισμός».
Περιορισμοί στην ελευθερία και αλλοίωση ιστορίας
Η διακήρυξη αναφέρεται επίσης σε φαινόμενα περιορισμένης θρησκευτικής ελευθερίας, όπου επιτρέπεται μόνο η στοιχειώδης άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων. Αυτό οδηγεί στη σταδιακή συρρίκνωση των μειονοτικών χριστιανικών κοινοτήτων, ενώ επισημαίνονται και προσπάθειες παραποίησης ιστορικών στοιχείων που αποσκοπούν στην εξαφάνιση της ιστορικής τους παρουσίας.
Η ΔΣΟ τονίζει ότι για την ισότιμη μεταχείριση των χριστιανικών μειονοτήτων απαιτείται όχι μόνο η διδασκαλία των αρχών της πίστης τους, αλλά και η ένταξη στην εκπαιδευτική ύλη τεκμηριωμένων ιστορικών πληροφοριών που αποδεικνύουν τη διαχρονική τους παρουσία.
Ενδοχριστιανικές προκλήσεις και κοινωνική δράση
Η Συνέλευση αναφέρεται και στα προβλήματα εντός του χριστιανικού κόσμου, σημειώνοντας «φαινόμενα σκληρού θρησκευτικού ανταγωνισμού» και εκκλησιαστικών παρεμβάσεων μεταξύ διαφορετικών δικαιοδοσιών. Παράλληλα, τονίζεται ότι το φιλανθρωπικό έργο πρέπει να διαχωρίζεται πλήρως από την κατήχηση και τον προσηλυτισμό, παρέχοντας στήριξη σε κάθε πολίτη που έχει ανάγκη, ανεξαρτήτως θρησκεύματος.
Η διακήρυξη αναγνωρίζει ότι, ενώ οι μεγάλες χριστιανικές Εκκλησίες της Δύσης δραστηριοποιούνται σε κοινωνικά ζητήματα όπως η φτώχεια, τα ναρκωτικά, η διαφθορά και οι επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης, οι μειοψηφικές χριστιανικές κοινότητες δεν συμμετέχουν ακόμη στον επιθυμητό βαθμό.
Κάλεσμα σε συνεργασία και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση
Τέλος, η ΔΣΟ «παροτρύνει την ενδυνάμωση φορέων κοινής έκφρασης των Χριστιανικών Εκκλησιών» και ενθαρρύνει τη συνεργασία όλων των χριστιανικών κοινοτήτων στη βάση κοινών αξιών. Υποστηρίζει, επίσης, τις συστάσεις των Διασκέψεων για τον Διαθρησκειακό Διάλογο που υιοθετήθηκαν από τη Διακοινοβουλευτική Ένωση.
Η Συνέλευση καλεί τα κοινοβούλια των κρατών-μελών να αξιοποιήσουν όλα τα θεσμικά μέσα, ώστε οι μειοψηφικές χριστιανικές ομάδες να εκπροσωπούνται ενεργά στον δημόσιο διάλογο και να συμμετέχουν ουσιαστικά στις διαδικασίες διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων.