Επειτα από δύο αυξήσεις επιτοκίων εντός του 2026, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεδριάζει ξανά σήμερα, Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, προκειμένου να αποφασίσει εάν θα συνεχίσει τη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής ή αν θα διατηρήσει στάση αναμονής.
Η πορεία του πληθωρισμού και οι επιπτώσεις της γεωπολιτικής αστάθειας στις τιμές ενέργειας ασκούν ισχυρές πιέσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες, ωστόσο η οι αγορές χρήματος εκτιμούν πως για την ώρα οι περαιτέρω αυξήσεις θα μπουν στον «πάγο», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως αποκλείουν τρίτη αύξηση των επιτοκίων έως το τέλος του έτους.
Συγκεκριμένα, προεξοφλούν δύο έως τρεις ακόμη αυξήσεις επιτοκίων εντός των ερχόμενων 12 μηνών, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προβλέπει τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση εντός του 2026. Αναλυτές του Bloomberg επίσης αναμένουν μία ακόμη αύξηση επιτοκίου στο 2,75% τον Δεκέμβριο.
Υπενθυμίζεται πως τον Ιούνιο του 2026 η ΕΚΤ προχώρησε στην πρώτη αύξηση των επιτοκίων από το 2023, διαμορφώνοντας το επιτόκιο στο 2,25%, ενώ τον Σεπτέμβριο προχώρησε και σε δεύτερη ισόποση αύξηση.
Αν και για την ώρα δεν υπάρχουν σημάδια επιβράδυνσης της πιστωτικής επέκτασης στην Ελλάδα, η ξαφνική άνοδος του βασικού επιτοκίου από το 2% στο 2,50% έχει δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον πιο ακριβού δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Μια τρίτη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης θα ενίσχυε περαιτέρω αυτές τις πιέσεις, οι οποίες δεν αφορούν μόνο όσους σκέφτονται να πάρουν νέο δάνειο, αλλά και όσους αποπληρώνουν ένα υφιστάμενο.
Πάντως, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, εμφανίζεται ψύχραιμος, υπογραμμίζοντας πως η ΕΚΤ είναι έτοιμη να αναλάβει δράση αν το ενεργειακό κόστος «χτυπήσει» το δυσμενές σενάριο, ωστόσο «αν υπάρξουν έστω και ελάχιστες αμφιβολίες, δεν θα κάνουμε τίποτα και θα περιμένουμε μέχρι τον επόμενο γύρο προβλέψεων».
Συνεπώς, η διαμόρφωση του επιτοκίου στο 2,75% δεν αποτελεί δεδομένο σενάριο, αλλά μια δικλείδα ασφαλείας που θα ενεργοποιηθεί αν το απαιτήσουν οι οικονομικές συνθήκες.
Γιατί εξετάζεται τρίτη αύξηση των επιτοκίων
Η πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή έχει πιέσει τις τιμές της ενέργειας, των καυσίμων και των πρώτων υλών, δημιουργώντας έντονες πληθωριστικές πιέσεις που δεν έχουν ακόμη υποχωρήσει.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, τον Σεπτέμβριο του 2026 εκτιμάται πως ο πληθωρισμός έφτασε το 3,8% στην Ευρωζώνη, από 3,3% που ήταν τον Αύγουστο, ενώ στην Ελλάδα ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 5,1% τον ίδιο μήνα, αυξημένος κατά 1,4% σε σχέση με τον Ιούλιο που βρισκόταν στο 3,7% .
Ο αρχικός στόχος της ΕΚΤ για πληθωρισμό στο 2% φαίνεται να απομακρύνεται όλο και περισσότερο για τα επόμενα χρόνια, δεδομένου ότι προβλέπεται μέσος πληθωρισμός 3% για το 2026 και 2,5% για το 2027.
Γιατί η αγορά προεξοφλεί τη στάση αναμονής
Το νέο κύμα πληθωρισμού εκτιμάται ότι θα είναι σημαντικά ηπιότερο σε σχέση με το 2021-2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε σοκ στις εφοδιαστικές αλυσίδες και την αγορά ενέργειας. Προς το παρόν οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν πιο συγκρατημένες, επομένως και η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ αναμένεται να είναι πιο ευέλικτη.
Οι μαζικές πωλήσεις ομολόγων στις διεθνείς αγορές έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των αποδόσεών τους και στην Ευρώπη, γεγονός που μπορεί να περιορίσει την ανάγκη για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων, καθώς η εξέλιξη αυτή συμβάλλει στη μείωση της ζήτησης.
Πάντως, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι «αν και η ανάπτυξη είναι ανθεκτική, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια αυξήθηκαν σημαντικά μετά την τελευταία μας συνεδρίαση, κάτι που θα επιβραδύνει την ανάπτυξη και θα περιορίσει τη μετακύλιση του ενεργειακού κόστους περισσότερο από ό,τι αναμενόταν στις προβλέψεις μας του Σεπτεμβρίου», διαμορφώνοντας το έδαφος για στάση αναμονής.
Τι σημαίνει πρακτικά η αύξηση των επιτοκίων για τους δανειολήπτες
Η άνοδος των επιτοκίων μεταφέρεται πρωτίστως στα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, αυξάνοντας τόσο τη μηνιαία δόση όσο και το συνολικό κόστος αποπληρωμής, ενώ σε δεύτερο χρόνο αναμένεται να περάσει και στις καταθέσεις, αλλά με μικρότερη επίδραση.
Για παράδειγμα, όσοι έχουν λάβει στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο θα δουν τη μηνιαία δόση να ανεβαίνει, καθιστώντας σταδιακά την αποπληρωμή όλο και πιο ακριβή. Η επιβάρυνση εξαρτάται από το ύψος του δανείου, την υπολειπόμενη διάρκειά του και τους όρους τιμολόγησης που προβλέπει η σύμβαση, επομένως τα δάνεια με μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής επηρεάζονται περισσότερο από την άνοδο των επιτοκίων.
Ενδεικτικά, για κάθε άνοδο των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης η μηνιαία δόση ενός στεγαστικού δανείου ύψους 100.000 ευρώ, με διάρκεια τα 20 έτη θα γίνεται πιο ακριβή κατά περίπου 13 ευρώ, που σε βάθος 20ετίας η σωρευτική αύξηση πλησιάζει τις 3.115 ευρώ.
Αντιστοίχως, για ένα δάνειο ύψους 150.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής τα 30 έτη, η μηνιαία δόση θα γίνει πιο ακριβή κατά 19 ευρώ, ενώ οι συνολικοί τόκοι αποπληρωμής θα αυξηθούν κατά τουλάχιστον 6.750 ευρώ.
Για τις επιχειρήσεις, και ιδίως τις μικρομεσαίες, η επίδραση της ανόδου θα είναι ακόμη πιο αισθητή, διότι ο δανεισμός είναι πιο ακριβός. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Αύγουστο το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου ήταν 4,35% για τις επιχειρήσεις, ενώ για τις μικρομεσαίες αυξήθηκε κατά 10 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 4,58%.
Οι καταναλωτές οφείλουν να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στις πιστωτικές κάρτες και στα καταναλωτικά δάνεια, τα οποία ήδη έχουν πολύ υψηλό επιτόκιο στο 14,59%, καθιστώντας το κόστος δανεισμού ιδιαιτέρως υψηλό.
Αντιθέτως, «κερδισμένοι» είναι όσοι απέκτησαν δάνειο με σταθερό επιτόκιο για ολόκληρη τη διάρκεια αποπληρωμής όσο ακόμη το κόστος ήταν χαμηλό, καθώς η μηνιαία δόση τους μένει ανεπηρέαστη από τις αποφάσεις της ΕΚΤ και δεν θα αυξηθεί.