Προς δεύτερη αύξηση του βασικού επιτοκίου οδεύει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, επιβεβαιώνοντας το βασικό σενάριο της αγοράς για σωρευτική αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης εντός του έτους, ως απάντηση στις συνεχιζόμενες πιέσεις που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Τον Ιούνιο του 2026 η ΕΚΤ προχώρησε στην πρώτη αύξηση των επιτοκίων από το 2023, διαμορφώνοντας το επιτόκιο στο 2,25%, το οποίο οι αγορές έχουν προεξοφλήσει πως θα αγγίξει το 2,50% μετά την αυριανή συνεδρίαση.
Η πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή έχει πιέσει τις τιμές της ενέργειας, των καυσίμων και των πρώτων υλών, δημιουργώντας έντονες πληθωριστικές πιέσεις που δεν έχουν ακόμη υποχωρήσει.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, τον Αύγουστο του 2026 εκτιμάται πως ο πληθωρισμός έφτασε το 3,3% στην Ευρωζώνη, από 2,9% που ήταν τον Ιούλιο, ενώ στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά μια ολόκληρη μονάδα σε σχέση με τον Ιούλιο, φτάνοντας στο 3,7% από το 2,7%. Η πορεία αυτή επιβεβαιώνει σιωπηλά πως η αυριανή συνεδρίαση της ΕΚΤ θα οδηγήσει σε ακόμη μια αύξηση των επιτοκίων, προκειμένου να περιοριστούν οι μακροπρόθεσμες πιέσεις.
Πώς οι αυξήσεις επηρεάζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Η δεύτερη αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσεις αναμένεται να συμπαρασύρει το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ σε δεύτερο χρόνο αναμένεται να περάσει και στις καταθέσεις, με μικρότερη όμως επίδραση.
Για παράδειγμα, όσοι έχουν λάβει στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο θα δουν τη μηνιαία δόση να ανεβαίνει, καθιστώντας σταδιακά την αποπληρωμή όλο και πιο ακριβή, ειδικά για όσους δανειολήπτες έλαβαν πρόσφατα το δάνειο και έχουν μπροστά τους μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής.
Ουσιαστικά, η επιβάρυνση δεν έρχεται μόνο από το ύψος του δανείου αλλά και από τη διάρκεια, επομένως τα δάνεια με μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής επηρεάζονται περισσότερο από την άνοδο των επιτοκίων.
Ενδεικτικά, για ένα στεγαστικό δάνειο ύψους 100.000 ευρώ, με διάρκεια τα 20 έτη, η μηνιαία δόση αυξάνεται κατά περίπου 13 ευρώ για κάθε άνοδο των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, που σε βάθος 20ετίας η σωρευτική αύξηση πλησιάζει τις 3.115 ευρώ.
Αντιστοίχως, για ένα δάνειο ύψους 150.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής τα 30 έτη, η μηνιαία δόση θα γίνει πιο ακριβή κατά 19 ευρώ, ενώ οι συνολικοί τόκοι αποπληρωμής θα αυξηθούν κατά τουλάχιστον 6.750 ευρώ.
Αν το βασικό σενάριο της αγοράς επιβεβαιωθεί και η ΕΚΤ προχωρήσει στη δεύτερη αύξηση των επιτοκίων, αγγίζοντας το 2,5%, τότε τα παραπάνω ποσά θα διπλασιαστούν. Αντιστοίχως, αυτοί που ενδιαφέρονται να λάβουν νέο δάνειο θα πρέπει να υπολογίσουν το αυξημένο κόστος χρήματος, το οποίο επηρεάζει άμεσα το τελικό ποσό αποπληρωμής.
Τι κερδίζουν οι τράπεζες
Από την άλλη, η ανοδική αναθεώρηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ θα λειτουργήσει υπέρ των τραπεζών, πυροδοτώντας τα έσοδα από τόκους. Σύμφωνα με τα όσα έχουν δηλώσει οι διοικήσεις των τραπεζών έως τώρα, για κάθε 25 μονάδες βάσης που αυξάνονται τα έσοδα των τραπεζών, η ενίσχυση στο NII υπολογίζεται σε πάνω από 130 εκατ. ευρώ για τους τέσσερις συστημικούς ομίλους σε βάθος 12 μηνών.
Συγκεκριμένα, η Τράπεζα Πειραιώς και η Εθνική Τράπεζα αναμένουν ετήσια αύξηση κατά 40 εκατ. ευρώ στα έσοδα από τόκους για κάθε αύξηση 0,25% των επιτοκίων, η Eurobank περιμένει επιπλέον 30 εκατ. ευρώ και η Alpha Bank περίπου 20 εκατ. ευρώ.
Αντιστοίχως, και ο πέμπτος τραπεζικός πόλος υπολογίζει πως τα έσοδα από τόκους θα «φουσκώσουν». Η διοίκηση της CrediaBank έχει κάνει λόγο για άνοδο περίπου 10 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 5 εκατ. αφορούν στην Ελλάδα και τα 5 εκατ. ευρώ στη Μάλτα, ενώ η Optima bank περιμένει περίπου 7,5 εκατ. ευρώ για κάθε 25 μονάδες βάσης που ανεβαίνουν τα επιτόκια.
Δεν υπάρχει ανησυχία για «κόκκινα» δάνεια και πιστωτική επέκταση
Πάντως, οι διοικήσεις των εγχώριων τραπεζών δεν ανησυχούν για την επίδραση που θα έχει η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ στους ισολογισμούς τους, ούτε θεωρούν πως θα επηρεάσει τα business plan που έχουν χαράξει για την ερχόμενη τριετία.
Σύμφωνα με τους επιτελείς των τραπεζών, δύο αυξήσεις της τάξης του 0,25% δεν θα έχουν σοβαρή επίπτωση στην πιστωτική επέκταση των ιδρυμάτων, πόσο μάλλον στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Ήδη, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν ήδη πετύχει καθαρή πιστωτική επέκταση ύψους 8,8 δισ. ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο, καθιστώντας τον ετήσιο στόχο για 13 δισ. ευρώ πλήρως επιτεύξιμο, καθώς έχει ολοκληρωθεί ήδη κατά 68%.
Σίγουρα, η άνοδος των επιτοκίων θα έχει άμεσες επιδράσεις στις χορηγήσεις νέων δανείων και στην αποπληρωμή των υφιστάμενων, όμως δεν αναμένεται να επηρεάσει σε βαθμό που θα απειλήσει με ουσιαστικό τρόπο την πιστωτική επέκταση ή που θα δημιουργήσει μια νέα γενιά «κόκκινων» δανείων.
Επιπλέον, οι ισολογισμοί των τραπεζών έχουν εξυγιανθεί και οι χαμηλοί δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δεν τις αφήνουν εκτεθειμένους στον ενδεχόμενο πιστωτικό κίνδυνο που μπορεί να προκύψει από την άνοδο των επιτοκίων και της ακρίβειας.