Σε κρίσιμο σταυροδρόμι βρίσκεται το ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ – EU ETS), καθώς, παρά τη σημαντική μείωση των εκπομπών CO2 τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η πρόοδος επιβραδύνεται αισθητά, με την ευρωπαϊκή βιομηχανία να εξακολουθεί να εξαρτάται από τα ορυκτά καύσιμα και τις επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες να μην προχωρούν με ικανοποιητικό ρυθμό.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με την έκθεση, που παρουσίασε χθες ο Νίκος Μάντζαρης, επικεφαλής αναλυτής πολιτικής και συνιδρυτής του The Green Tank, κατά τη διάρκεια του 7ου ETS Talk, οι εκπομπές των τεσσάρων τομέων που καλύπτονται από το ευρωπαϊκό σύστημα (καύση, βιομηχανία, ναυτιλία και αεροπορία) διαμορφώθηκαν σε περίπου 1,13 δισ. τόνους CO₂ το 2025, καταγράφοντας μείωση 51,7% σε σχέση με το 2005.
Ωστόσο, συγκριτικά με το 2024, η υποχώρηση περιορίστηκε μόλις στο 1,7%, εντείνοντας τον προβληματισμό για το κατά πόσο η ΕE μπορεί να διατηρήσει την πορεία της προς τους κλιματικούς στόχους του 2030 και του 2040.
Ο άνθρακας παραμένει βασική πηγή ρύπανσης
Σύμφωνα με την ανάλυση «Τάσεις στο Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών στην ΕΕ και την Ελλάδα, 2005-2025», που παρουσίασε ο κ. Μάντζαρης, η μεγαλύτερη πρόοδος των τελευταίων είκοσι ετών εντοπίζεται στον τομέα των εγκαταστάσεων καύσης, όπου οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έχουν μειωθεί κατά 54,2% από το 2005.
Το 2025 διαμορφώθηκαν σε περίπου 567 εκατ. τόνους CO₂, αντιπροσωπεύοντας το 50,3% των συνολικών εκπομπών του ευρωπαϊκού συστήματος. Παρά τη μακροχρόνια βελτίωση, η ετήσια μείωση ήταν οριακή, μόλις 0,16%.
Καθοριστικό ρόλο στην αποκλιμάκωση των εκπομπών διαδραμάτισε η σταδιακή απομάκρυνση από τον άνθρακα, ιδιαίτερα μετά το 2018, όταν η αύξηση των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών ενίσχυσε τα οικονομικά αντικίνητρα για τη χρήση του.
Ωστόσο, η εικόνα παραμένει ανησυχητική, καθώς παρότι ο άνθρακας αντιστοιχούσε μόλις στο 9% της ηλεκτροπαραγωγής της ΕΕ το 2025, ευθυνόταν για το 46% των εκπομπών του τομέα καύσης.
Η Γερμανία και η Πολωνία εξακολουθούν να συγκεντρώνουν σχεδόν τα τρία τέταρτα των εκπομπών από ανθρακικές μονάδες. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του σταθμού Bełchatów στην Πολωνία, ο οποίος εξέπεμψε περισσότερους από 25 εκατ. τόνους CO₂ το 2025, ποσότητα μεγαλύτερη από τις συνολικές εκπομπές του τομέα καύσης της Γαλλίας.
Όπως υπογράμμισε ο Νίκος Μάντζαρης, η διατήρηση ενός ισχυρού σήματος τιμής άνθρακα αποτελεί βασική προϋπόθεση για να αποφευχθεί η επιστροφή στον λιγνίτη και τον άνθρακα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο γεωπολιτικής αβεβαιότητας και υψηλών τιμών φυσικού αερίου.
Μόλις 19,2% μείωση εκπομπών σε 20 χρόνια η βιομηχανία
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί η πορεία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, καθώς οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις εξέπεμψαν περίπου 422 εκατ. τόνους CO₂ το 2025, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 37% των συνολικών εκπομπών του EU ETS.
Σε αντίθεση με τον τομέα καύσης, οι βιομηχανικές εκπομπές έχουν μειωθεί μόλις κατά 19,2% από το 2005, αποτυπώνοντας τη δυσκολία απανθρακοποίησης ενεργοβόρων δραστηριοτήτων, όπως τα διυλιστήρια, η χαλυβουργία, η τσιμεντοβιομηχανία και η χημική βιομηχανία.
Το 2025 καταγράφηκε μείωση 2,6%, ή περίπου 11 εκατ. τόνων, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Νίκο Μάντζαρη, μέρος αυτής της βελτίωσης δεν οφείλεται σε ουσιαστικές αλλαγές των παραγωγικών διαδικασιών, αλλά στον περιορισμό της βιομηχανικής παραγωγής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γερμανική χαλυβουργία, όπου οι εκπομπές μειώθηκαν κατά 2,8 εκατ. τόνους, περίπου 10%, ενώ η παραγωγή υποχώρησε κατά 9%.
Δωρεάν δικαιώματα αξίας 154 δισ. ευρώ
Στο επίκεντρο βρέθηκε και το καθεστώς δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπών, το οποίο εξακολουθεί να προστατεύει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από το πλήρες κόστος του άνθρακα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Μάντζαρης, την περίοδο 2021–2025 οι βιομηχανικοί κλάδοι έλαβαν δωρεάν περίπου 2,184 δισ. δικαιώματα εκπομπών, όταν οι συνολικές επαληθευμένες εκπομπές τους ανήλθαν σε περίπου 2,245 δισ. τόνους CO₂. Η εκτιμώμενη χρηματική αξία αυτών των δικαιωμάτων ανέρχεται σε 154 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για πόρους που, όπως επισήμανε ο Νίκος Μάντζαρης, θα μπορούσαν δυνητικά να είχαν εισρεύσει στα δημόσια ταμεία μέσω δημοπρασιών και να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις για την ενεργειακή μετάβαση.
Ανάλογη κριτική άσκησε και ο Boris Jankowiak, υπεύθυνος πολιτικής για τον μετασχηματισμό της χαλυβουργίας στο Climate Action Network Europe, επισημαίνοντας ότι η παρατεταμένη δωρεάν κατανομή έχει αποδυναμώσει το οικονομικό κίνητρο των επιχειρήσεων να επενδύσουν στην απανθρακοποίηση.
Η Ελλάδα πρώτη στις εκπομπές της ναυτιλίας
Στην περίπτωση της χώρας μας τώρα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τη ναυτιλία, που αποτελεί και τον νεότερο τομέα που έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών.
Οι καταγεγραμμένες εκπομπές του τομέα ανήλθαν το 2025 σε περίπου 83 εκατ. τόνους CO₂, παραμένοντας κοντά στα επίπεδα του 2024, αν και επισημάνθηκαν κενά στην υποβολή και καταγραφή των σχετικών δεδομένων.
Ως εκ τούτου, η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη μεταξύ των κρατών-μελών, με 15,4 εκατ. τόνους CO₂, ενώ ακολουθούν η Ισπανία με 12,3 εκατ. τόνους και η Ιταλία με 11,3 εκατ. τόνους.
Αξίζει να σημειώσουμε πως ο κ. Μάντζαρης άσκησε κριτική στη στάση της ελληνικής κυβέρνησης και του ελληνικού κλάδου της ναυτιλίας απέναντι στις διεθνείς προσπάθειες περιορισμού των εκπομπών του κλάδου.
Ειδικότερα, ο ίδιος αναφέρθηκε στις αντιρρήσεις που εξέφρασαν η Ελλάδα και η Κύπρος απέναντι στο προτεινόμενο πλαίσιο μηδενικών καθαρών εκπομπών του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO), το οποίο αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία ενός παγκόσμιου μηχανισμού τιμολόγησης των εκπομπών της ναυτιλίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η μη υποστήριξη του πλαισίου από τις δύο χώρες συνέβαλε στη διαμόρφωση των συσχετισμών που οδήγησαν στην αναβολή της σχετικής απόφασης.
Η αναθεώρηση του ETS
Αξίζει να σημειώσουμε πως η συζήτηση αυτή έλαβε χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία η αναθεώρηση του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών προκαλεί έντονες αντιπαραθέσεις σχετικά με την ισορροπία ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και την επίτευξη των κλιματικών στόχων.
Σύμφωνα με τον Boris Jankowiak, η πρόταση της Κομισιόν προβλέπει επιβράδυνση του ετήσιου ρυθμού μείωσης των διαθέσιμων δικαιωμάτων εκπομπών από 4,4% σε 3,7%.
Παράλληλα, προβλέπεται παράταση της σταδιακής κατάργησης της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων έως το 2038, αντί του 2034, με την εισαγωγή προϋποθέσεων που συνδέουν τη χορήγησή τους με σχέδια μείωσης εκπομπών και επενδύσεων.
Τόσο ο ίδιος όσο και ο κ. Μάντζαρης προειδοποίησαν ότι η αποδυνάμωση του συστήματος ενδέχεται να περιορίσει τα κίνητρα για νέες επενδύσεις και να δημιουργήσει αβεβαιότητα στις επιχειρήσεις που έχουν ήδη δεσμεύσει σημαντικά κεφάλαια για καθαρές τεχνολογίες.
Το στοίχημα του 2030
Παρά τις δυσκολίες, ο στόχος μείωσης των εκπομπών των τομέων του EU ETS κατά 62% έως το 2030 εξακολουθεί, σύμφωνα με τους ίδιους, να θεωρείται εφικτός.
Ωστόσο, η επίτευξή του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνέχιση της υποχώρησης του άνθρακα στην ηλεκτροπαραγωγή, καθώς οι μεγάλες βιομηχανικές επενδύσεις απαιτούν σημαντικό χρόνο μέχρι να αποδώσουν.
Μάλιστα, ο κ. Μάντζαρης προειδοποίησε ιδιαίτερα για τον κίνδυνο επιστροφής στον άνθρακα εάν οι τιμές των δικαιωμάτων μειωθούν και το φυσικό αέριο παραμείνει ακριβό.
Παράλληλα, τάχθηκε κατά της συνέχισης της στήριξης μονάδων φυσικού αερίου μέσω μηχανισμών αποζημίωσης ισχύος, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες πολιτικές μπορούν να επιβραδύνουν την ανάπτυξη αποθήκευσης ενέργειας και καθαρότερων εναλλακτικών.
Από την πλευρά του, ο Boris Jankowiak τόνισε ότι ο πραγματικός ορίζοντας της αναθεώρησης εκτείνεται πολύ πέρα από το 2030.
Και αυτό διότι η αντικατάσταση υφιστάμενων βιομηχανικών διαδικασιών μπορεί να απαιτήσει 15 έως 20 χρόνια, γεγονός που καθιστά τις σημερινές αποφάσεις καθοριστικές για την ευρωπαϊκή οικονομία των επόμενων δεκαετιών.