Σύμφωνα με ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ), η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ελλάδα αποτυπώνεται στα οριστικά στοιχεία της Eurostat για τον Ιούλιο 2026, με τον εναρμονισμένο πληθωρισμό να περιορίζεται στο 2,7%.
Παρά τη σημαντική αυτή εξέλιξη, το πρόβλημα της ακρίβειας εξακολουθεί να απασχολεί τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις, καθώς η στατιστική βελτίωση δεν έχει μετατραπεί σε ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (ΕΔΤΚ) στην Ελλάδα μειώθηκε σημαντικά, φτάνοντας σε χαμηλότερα επίπεδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η μηνιαία πτώση του 1,4% αποτελεί τη μεγαλύτερη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Ωστόσο, η αποκλιμάκωση αυτή δεν συνεπάγεται γενικευμένη μείωση των τιμών, καθώς πολλά αγαθά και υπηρεσίες παραμένουν ακριβότερα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, διατηρώντας την πίεση στην καθημερινότητα των πολιτών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαφορά μεταξύ των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ετήσια αύξηση 3,4% στον εθνικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για τον Ιούλιο, έναντι 2,7% που εμφανίζει η Eurostat για τον ΕΔΤΚ. Αυτή η διαφορά οφείλεται στις διαφορετικές μεθοδολογίες και σταθμίσεις των δύο δεικτών, με τον εθνικό ΔΤΚ να αποτυπώνει κυρίως το κόστος κατανάλωσης των ελληνικών νοικοκυριών και τον ΕΔΤΚ να επιτρέπει συγκρίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Στην κατηγορία των τροφίμων, παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις. Ενώ ο εθνικός ΔΤΚ της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει αύξηση 0,4% για τα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά, ο ΕΔΤΚ καταγράφει μείωση 0,4% σε ετήσια βάση και 1,4% σε μηνιαία. Παράλληλα, βασικά προϊόντα όπως το μοσχαρίσιο κρέας και το αρνί/κατσίκι σημειώνουν διψήφιες αυξήσεις, ενώ το ελαιόλαδο και τα φρούτα παρουσιάζουν σημαντικές μειώσεις, με αποτέλεσμα ο συνολικός δείκτης τροφίμων να διατηρείται σχεδόν αμετάβλητος.
Η Eurostat καταγράφει διαφορετική εικόνα για την Ευρωζώνη, όπου τα τρόφιμα, αλκοόλ και καπνός αυξήθηκαν κατά 1,2% τον Ιούλιο, ενώ η συνολική αύξηση του πληθωρισμού οφείλεται κυρίως στις υπηρεσίες και την ενέργεια. Στην Ελλάδα, η κατηγορία διατροφής έχει μεγάλη βαρύτητα στη διαμόρφωση του εθνικού ΔΤΚ, επηρεάζοντας έντονα την αντίληψη της ακρίβειας στην καθημερινότητα.
Διαφορές στους Δείκτες και η Επίδραση στην Καθημερινότητα
Το ΕΒΕΠ επισημαίνει ότι οι μεγάλες διακυμάνσεις μέσα στο «καλάθι» των τροφίμων εξηγούν γιατί οι καταναλωτές συχνά διαπιστώνουν σημαντικές ανατιμήσεις σε προϊόντα που αγοράζουν τακτικά, παρά τη σχεδόν μηδενική μεταβολή του μέσου δείκτη. Η θετική εικόνα του Ιουλίου απαιτεί συνέχεια και διάρκεια για να μετατραπεί σε πραγματική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.
Όπως δήλωσε ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, «η υποχώρηση του εναρμονισμένου πληθωρισμού της Ελλάδας στο 2,7%, χαμηλότερα από το 2,9% της Ευρωζώνης και το 3% της ΕΕ, αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη. Δεν συγχέουμε βεβαίως την αποκλιμάκωση του ρυθμού αύξησης των τιμών με την επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον πάντα βρίσκεται στο καλάθι των τροφίμων.
Ο μέσος δείκτης μπορεί να εμφανίζει αρνητική μεταβολή, όμως πίσω από αυτόν συνυπάρχουν διψήφιες αυξήσεις σε βασικά είδη και μεγάλες μειώσεις σε άλλα. Για τα νοικοκυριά, που αγοράζουν καθημερινά το καλάθι παραμένει συνολικά ακριβότερο, ενώ η προσωπική αίσθηση του πληθωρισμού είναι διαφορετική από τον μέσο στατιστικό δείκτη.
Για την αγορά, επομένως, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μειωθεί ο πληθωρισμός, αλλά ο ΔΤΚ. Η αποκλιμάκωση να αποκτήσει διάρκεια, να περάσει στις τελικές τιμές, να ενισχύσει την αγοραστική δύναμη και να δημιουργήσει χώρο για μεγαλύτερη κατανάλωση χωρίς νέα πίεση στο κόστος των επιχειρήσεων. Η μάχη κατά της ακρίβειας χρειάζεται μεγαλύτερο ανταγωνισμό, χαμηλότερο ενεργειακό και χρηματοδοτικό κόστος, ομαλότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και ενίσχυση του εισοδήματος. Ο πληθωρισμός είναι ο ρυθμός μεταβολής των τιμών, όχι το ύψος τους. Ο ΔΤΚ είναι το θερμόμετρο των τιμών, ενώ ο πληθωρισμός είναι η ταχύτητα με την οποία αλλάζει η ένδειξή του. Η πραγματική επιτυχία θα έρθει όταν η βελτίωση των δεικτών γίνει μόνιμα αισθητή στο ταμείο της επιχείρησης και στο πορτοφόλι του καταναλωτή».