Η ελληνική βιοτεχνία βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς η επόμενη φάση ανάπτυξής της δεν θα εξαρτηθεί μόνο από το κόστος παραγωγής, αλλά από το κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα επενδύσουν στις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού, στην πιστοποίηση των τεχνικών επαγγελμάτων και στην αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η έλλειψη εξειδικευμένων τεχνιτών εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ελληνική παραγωγή.
Αυτό δείχνει η πρόσφατη κλαδική έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας (ΒΕΑ), που καταγράφει την εικόνα σε εννέα βασικούς παραγωγικούς τομείς. Παρά τις διαφοροποιήσεις ανά κλάδο, η μελέτη αναδεικνύει μια αγορά δύο ταχυτήτων, όπου η καινοτομία και η εξειδίκευση αποτελούν το κλειδί για τη βιωσιμότητα.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι επιχειρήσεις που συνεχίζουν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος παραγωγής, τη δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση, τη γραφειοκρατία και την έλλειψη προσωπικού.
Από την άλλη, εκείνες που επενδύουν στην εξωστρέφεια, στις πιστοποιήσεις και στην παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας ενισχύουν σταδιακά τη θέση τους στην αγορά.
Οι κλάδοι υπό το μικροσκόπιο
Η έρευνα του ΒΕΑ εξετάζει εννέα τομείς: αρτοποιία και ζαχαροπλαστική, συνεργεία αυτοκινήτων, κατασκευές, αλουμινοκατασκευές και υαλοπίνακες, πλαστικά, καλούπια και μηχανουργεία, κλωστοϋφαντουργία, γραφικές τέχνες και εκτυπώσεις, αργυροχρυσοχοΐα και βιομηχανία τροφίμων και ποτών.
Αρτοποιία - Ζαχαροπλαστική: Παρά τη μείωση του κύκλου εργασιών κατά 1,3% το 2025, στα 849 εκατ. ευρώ, ο κλάδος παραμένει ανθεκτικός. Οι αυξήσεις έως και 400% σε πρώτες ύλες, η άνοδος 61% στη ζάχαρη και το ενεργειακό κόστος 60%-80% περιορίζουν τα περιθώρια κέρδους. Το 86% των επιχειρήσεων καταγράφει μείωση κατανάλωσης, ωστόσο η στροφή σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας ενισχύει την ανταγωνιστικότητα.
Συνεργεία αυτοκινήτων: Πάνω από το 95% είναι οικογενειακές ή ατομικές επιχειρήσεις. Ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 2,4% το 2025, εξυπηρετώντας τον γηραιότερο στόλο οχημάτων της ΕΕ. Το 92% δηλώνει δυσκολία εύρεσης εξειδικευμένων τεχνικών, ενώ μόλις το 22% έχει εκπαιδεύσει προσωπικό στις τεχνολογίες ηλεκτροκίνησης, αναδεικνύοντας την ανάγκη για συνεχή κατάρτιση.
Κατασκευές: Με επενδύσεις 24,3 δισ. ευρώ και συμμετοχή περίπου 6% στο ΑΕΠ, ο κλάδος αναπτύσσεται, αλλά το 88% των επιχειρήσεων αναφέρει καθυστερήσεις πληρωμών. Οκτώ στις δέκα θεωρούν ότι η γραφειοκρατία περιορίζει την ανάπτυξη, ενώ η χαμηλή παραγωγικότητα καθιστά αναγκαία την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού.
Αλουμινοκατασκευές - Υαλοπίνακες: Ο πρώτος εξαγωγικός κλάδος της χώρας, με εξαγωγές 2,9 δισ. ευρώ το 2025, αποδεικνύει τη δυναμική της ελληνικής μεταποίησης. Παρά την αυξημένη ζήτηση, το 78% αναφέρει σημαντικές ανατιμήσεις πρώτων υλών και εννέα στις δέκα επιχειρήσεις περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Οι επενδύσεις σε ενεργειακές εφαρμογές και τεχνολογική αναβάθμιση ενισχύουν τη διεθνή παρουσία.
Πλαστικά - Καλούπια - Μηχανουργεία: Με κύκλο εργασιών άνω των 2,5 δισ. ευρώ στα πλαστικά και 1,39 δισ. ευρώ στα μηχανήματα, ο κλάδος στηρίζεται στην καινοτομία. Το 97% δηλώνει δυσκολία εύρεσης εξειδικευμένου προσωπικού και περιορισμένη χρηματοδότηση για εκσυγχρονισμό, υπογραμμίζοντας τη σημασία της τεχνολογικής αναβάθμισης.
Κλωστοϋφαντουργία: Η αξία της αλυσίδας ανήλθε σε 1,3 δισ. ευρώ το 2025, με εξαγωγές κυρίως προς την ΕΕ. Το 75% θεωρεί ότι ο διεθνής ανταγωνισμός επηρεάζει τη δραστηριότητά του και το 80% αντιμετωπίζει έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού. Η στροφή σε τεχνικά υφάσματα και βιώσιμες λύσεις δημιουργεί νέες προοπτικές.
Γραφικές Τέχνες - Εκτυπώσεις: Η παραγωγή αυξήθηκε κατά 3,1% το 2025, με αιχμή τη συσκευασία και τις ετικέτες. Το 87% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι η ψηφιοποίηση μείωσε τη ζήτηση για παραδοσιακά έντυπα, ενώ το αυξημένο κόστος χαρτιού επιβαρύνει τη λειτουργία. Η μετάβαση στις ψηφιακές και προσωποποιημένες εκτυπώσεις αποτελεί τη νέα αναπτυξιακή κατεύθυνση.
Αργυροχρυσοχοΐα: Παρά τη δημιουργική ταυτότητα του ελληνικού κοσμήματος, ο κλάδος πλήττεται από την αύξηση των τιμών πολύτιμων μετάλλων και τη φορολογία. Το 86% αναφέρει επιπτώσεις από τις ανατιμήσεις σε χρυσό και ασήμι και το 97% θεωρεί το φορολογικό πλαίσιο εμπόδιο στην ανάπτυξη. Οι εξαγωγές και το ηλεκτρονικό εμπόριο αποτελούν βασική στρατηγική προσαρμογής.
Τρόφιμα - Ποτά: Με κύκλο εργασιών 26,1 δισ. ευρώ το 2025 και 165.000 εργαζόμενους, ο κλάδος διατηρεί ισχυρή θέση στην ελληνική οικονομία. Το 60% των επιχειρήσεων καταγράφει αύξηση κόστους πρώτων υλών και οι μισές μείωση τζίρου την τελευταία διετία. Η ενίσχυση της ποιότητας, της πιστοποίησης και της ψηφιακής οργάνωσης είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας.
Συμπέρασμα
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η ελληνική βιοτεχνία εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Οι επιχειρήσεις που επενδύουν στις δεξιότητες, στις πιστοποιήσεις, στις ψηφιακές τεχνολογίες και στην παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας αποκτούν σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και θέτουν τις βάσεις για βιώσιμη ανάπτυξη.