Σαρωτικούς ελέγχους στους τραπεζικούς λογαριασμούς των φορολογουμένων διενεργεί το τελευταίο διάστημα η ΑΑΔΕ, όπως αποκαλύπτουν οι μαζικές προσφυγές των ελεγχόμενων στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, όπου ζητούν, χωρίς επιτυχία, μείωση ή ακύρωση των προστίμων.
Οι έλεγχοι δεν περιορίζονται μόνο στις μεγάλες τραπεζικές καταθέσεις, αλλά ελέγχονται ακόμα και μικροποσά που θα βρεθούν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του ελεγχόμενου, ο οποίος καλείται να δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις στους ελεγκτές.
Σε διαφορετική περίπτωση, οι κυρώσεις είναι ιδιαίτερα βαριές και ξεπερνούν το 50% του ποσού που βρέθηκε «ακάλυπτο», αφού το αδικαιολόγητο ποσό φορολογείται με 33%, επιβάλλεται και ειδική εισφορά αλληλεγγύης και επί του φόρου που προκύπτει επιβάλλεται και πρόστιμο ύψους 50%.
Ενδεικτική είναι μία από τις τελευταίες περιπτώσεις που αφορά σε ελεύθερο επαγγελματία, ο οποίος ενώ δήλωσε ζημιά από επιχειρηματική δραστηριότητα ύψους 39.753,51 ευρώ, ο έλεγχος των τραπεζικών του λογαριασμών, εντόπισε καταθέσεις ύψους 1.753.460,63 ευρώ.
Καθώς δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει την προέλευση του ποσού, οι ελεγκτές του επέβαλαν φόρο ύψους 618.596,61 ευρώ, πρόστιμο λόγω ανακρίβειας ύψους 309.298,31 και ειδική εισφορά αλληλεγγύης ύψους 181.286,60 ευρώ, με τον συνολικό «λογαριασμό» να φτάνει σε 1.109.181,52 ευρώ ή στο 63,3% του «ακάλυπτου» ποσού.
Ο ελεγχόμενος προσέφυγε στη ΔΕΔ,, η οποία όμως (με την υπ. αρ. 1839/30-4-2026 απόφασή της) απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε το αποτέλεσμα του ελέγχου.
Αυτή είναι μόνο μία περίπτωση από το πλήθος των περιπτώσεων που ελέγχονται, καθώς η ΑΑΔΕ μέσω των τραπεζικών καταθέσεων ελέγχει τη φορολογική συμμόρφωση όλων φυσικών και νομικών προσώπων.
Ο έλεγχος γίνεται μέσω του Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών (ΣΜΤΛΛΠ), έναντι του οποίου δεν ισχύει κανένα απόρρητο, το οποίο αντλεί στοιχεία από τις τράπεζες και τα συσχετίζει με τα δηλωθέντα εισοδήματα.
Υπενθυμίζεται ότι στις άμεσες προτεραιότητες της ΑΑΔΕ είναι η στενότερη συνεργασία της φορολογικής αρχής με τις τράπεζες με στόχο την αυτοματοποίηση και επέκταση των διαδικασιών ανταλλαγής δεδομένων, καθώς επίσης και η ηλεκτρονική διασύνδεση με το χρηματοπιστωτικό σύστημα για τη συλλογή, επεξεργασία και αξιοποίηση των στοιχείων των τραπεζικών λογαριασμών για σκοπούς ελέγχου και λήψης μέτρων.
Πότε οι καταθέσεις δικαιολογούνται και πότε όχι
Οι οδηγίες της ΑΑΔΕ, τις οποίες χρησιμοποιούν οι ελεγκτές, σχετικά με τον έλεγχο της νομιμότητας των τραπεζικών καταθέσεων προβλέπουν μεταξύ άλλων των ακόλουθα:
- Ο έλεγχος κρίνει και τεκμηριώνει εάν πρόκειται ή όχι για «πρωτογενείς καταθέσεις», δηλαδή για ποσά που προέρχονται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία και δεν προέρχονται από αναλήψεις από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς.
- Η άρνηση ή η παράλειψη του φορολογούμενου να παράσχει τις παραπάνω πληροφορίες ή η αδυναμία του να τεκμηριώσει επαρκώς τους ισχυρισμούς προς δικαιολόγηση των επίμαχων ποσών λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση από τη φορολογική αρχή των αποδείξεων σε βάρος του.
- Αναλήψεις και καταθέσεις μπορεί να αφορούν συναλλαγές - κινήσεις που δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη φορολογητέο εισόδημα.
- Μεταφορές χρηματικών ποσών μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών εξετάζονται και διερευνάται ο λόγος που πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές μεταφοράς των ποσών αυτών αφού προσκομίσει ο φορολογούμενος τα σχετικά έγγραφα.
- Το ποσό τραπεζικού λογαριασμού που τροφοδότησε έμβασμα και λογίζεται ως φορολογητέο εισόδημα και φορολογείται ως εισόδημα της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία προκύπτει ότι εισήχθη το ποσό αυτό στην περιουσία του δικαιούχου του λογαριασμού, η δε μεταφορά με έμβασμα χρηματικού ποσού από τραπεζικό λογαριασμό δικαιούχου σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό του (στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή) δεν αποτελεί προσαύξηση της περιουσίας του.
- Κρίσιμος δεν είναι, τουλάχιστον κατ' αρχήν, ο χρόνος διενέργειας του εμβάσματος, αλλά είτε ο χρόνος της κατάθεσης του επίμαχου ποσού (ή σε περίπτωση τμηματικής κατάθεσης του, ο χρόνος που κατατέθηκε καθένα από τα τμήματα του) στον τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, μέσω του οποίου έγινε το έμβασμα, είτε ο προγενέστερος αυτού χρόνος κατά τον οποίο προκύπτει ότι επήλθε η αντίστοιχη προσαύξηση της περιουσίας του.
- Δεν αντίκειται στη φορολογική νομοθεσία η ανάληψη χρηματικών ποσών και η αποδεδειγμένη επανακατάθεση μέρους ή του συνόλου αυτών και ούτε προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την διαδικασία κίνησης χρηματικών κεφαλαίων.
- Όταν δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η προσαύξηση της περιουσίας, τότε αυτή φορολογείται στη χρήση που διαπιστώνεται από τον έλεγχο ότι επήλθε. Ο φορολογούμενος δύναται σε κάθε περίπτωση να αποδείξει ότι ο χρόνος αυτός είναι διάφορος από αυτόν που διαπιστώθηκε από τον έλεγχο.
- Δεν υφίσταται προσαύξηση περιουσίας στην περίπτωση κατά την οποία είναι εμφανής η πηγή προέλευσης ενός χρηματικού ποσού, το οποίο εμφανίζεται ως πίστωση στον τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου φυσικού προσώπου (π.χ. εισόδημα από κεφάλαιο, εισόδημα από κινητές αξίες, εισόδημα Δ' πηγής του ν.2238/1994, πώληση περιουσιακών στοιχείων, δάνειο, κ.τλ.), ακόμα και αν το ποσό αυτό δεν συμπεριελήφθη στις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ενώ υπήρχε σχετική υποχρέωση.
- Πίστωση σε τραπεζικό λογαριασμό μπορεί να λογισθεί και να φορολογηθεί ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα του δικαιούχου του λογαριασμού, εφόσον δεν καλύπτεται με τα δηλωθέντα εισοδήματά του, ούτε από άλλη συγκεκριμένη και αρκούντως τεκμηριωμένη, ενόψει των συνθηκών, πηγή ή αιτία, είτε την οποία αυτός επικαλείται, κατόπιν κλήσης του από τη Διοίκηση για παροχή σχετικών πληροφοριών ή προηγούμενη ακρόαση, είτε την οποία εντοπίζει η φορολογική αρχή στο πλαίσιο της λήψης των προβλεπόμενων στο νόμο, αναγκαίων, κατάλληλων και εύλογων μέτρων ελέγχου.
- Σε περίπτωση που δεν προσκομίζονται στοιχεία για επένδυση ή κίνηση λογαριασμού ημεδαπής ή αλλοδαπής, λόγω αντικειμενικής αδυναμίας προσκόμισης των σχετικών δικαιολογητικών (για παράδειγμα, διότι έχει παρέλθει ο χρόνος που η τράπεζα ή άλλο ίδρυμα έχει υποχρέωση διαφύλαξης των σχετικών αρχείων), γίνονται δεκτοί οι ισχυρισμοί του ελεγχόμενου, εκτός αν η φορολογική αρχή αιτιολογημένα απορρίψει αυτούς στη βάση άλλων στοιχείων που διαθέτει.
- Σε περίπτωση φοροδιαφυγής (και ιδίως μεγάλης), θα πρέπει να αποδεικνύεται από τη φορολογική διοίκηση με συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά η τέλεση φορολογικής παράβασης, μπορεί να προκύπτει, όχι μόνο με βάση άμεσες αποδείξεις, αλλά και από έμμεσες αποδείξεις (τεκμήρια), που είναι ικανές να προσδώσουν στέρεη πραγματική βάση στο συμπέρασμα περί διάπραξης της αποδιδόμενης παράβασης.
- Οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, που σημαίνει ελέγχονται μόνο εκείνες που έγιναν την τελευταία πενταετία και ο έλεγχος δεν μπορεί να επεκταθεί στη δεκαετία.