Σε μονοψήφιο ποσοστό διαμορφώθηκε για πρώτη φορά μετά το 2009 η ανεργία στην Ελλάδα το 2025, σύμφωνα με μελέτη της ICAP CRIF που δόθηκε στη δημοσιότητα. Το ετήσιο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 8,9% από 10,1% το 2024, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή βελτίωση της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου ICAP CRIF, Νικήτας Κωνσταντέλλος, «ο ετήσιος δείκτης ανεργίας το 2025 κατέγραψε ιστορική επίδοση, καθώς για δωδέκατη διαδοχική χρονιά μειώθηκε». Παράλληλα, σημειώθηκε αύξηση της απασχόλησης, γεγονός που ενισχύει την εικόνα ανάκαμψης της οικονομίας.
Ωστόσο, η μακροχρόνια ανεργία παραμένει υψηλή. Το Δ’ τρίμηνο του 2025, το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων ανήλθε στο 58% του συνόλου, έναντι 53,5% την ίδια περίοδο του 2024, καταδεικνύοντας τη δυσκολία επανένταξης πολλών εργαζομένων στην αγορά.
Σύμφωνα με τη μελέτη, τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας καταγράφονται στους κατόχους διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου (4,7%) και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (7,7%), επιβεβαιώνοντας ότι η υψηλή εκπαίδευση αποτελεί ισχυρό παράγοντα επαγγελματικής αποκατάστασης.
Ανάπτυξη της οικονομίας και θετικές προοπτικές
Η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται και το 2025, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2,1%, ποσοστό αντίστοιχο με το 2024. Η επίδοση αυτή ξεπέρασε τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε., ενισχυόμενη από την άνοδο των επενδύσεων και την ιδιωτική κατανάλωση.
Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ενισχύθηκε κατά 8,9%, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2%, αποτέλεσμα της βελτίωσης της απασχόλησης και των εισοδημάτων. Καταλυτικό ρόλο είχαν και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), που συνέβαλαν στην ολοκλήρωση σημαντικών έργων.
Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η Ελλάδα διατηρεί σταθερή πορεία με πειθαρχία και μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, το οποίο το 2024 ανήλθε στο 154%. Παράλληλα, τα επιτόκια νέων δανείων υποχώρησαν στο 4,24% τον Δεκέμβριο του 2025, από 5,21% ένα χρόνο πριν.
Αγορά εργασίας: τάσεις και προκλήσεις
Τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. δείχνουν συνεχή βελτίωση στην απασχόληση. Το Δ’ τρίμηνο του 2025, οι άνεργοι μειώθηκαν σε 394,9 χιλιάδες άτομα, σημειώνοντας πτώση 12,1% σε ετήσια βάση. Το ποσοστό ανεργίας περιορίστηκε σε 8,3%, από 9,5% το 2024 και 11,9% το 2022.
Παρά τη συνολική πρόοδο, οι γυναίκες εξακολουθούν να πλήττονται περισσότερο, με ανεργία 10,8% έναντι 6,3% για τους άνδρες. Ωστόσο, η διαφορά αυτή μειώνεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια.
Ηλικιακή και εκπαιδευτική διάσταση της ανεργίας
Οι νέοι ηλικίας 15-24 ετών εξακολουθούν να εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας (17,7%), αν και το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί θεαματικά από το 51,5% του 2014. Οι ηλικιακές ομάδες 45-64 και 30-44 ετών συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μερίδιο ανέργων, με 35,9% και 33,6% αντίστοιχα.
Το μορφωτικό επίπεδο παραμένει κρίσιμος παράγοντας: το 39,3% των ανέργων διαθέτει απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης, ενώ οι πτυχιούχοι Α.Τ.Ε.Ι. και ανώτατων σχολών αντιστοιχούν περίπου στο 37,5% του συνόλου.
Περιφερειακές διαφοροποιήσεις
Η Δυτική Μακεδονία καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (15,1%), ακολουθούμενη από την Κεντρική Μακεδονία (11,8%) και την Ήπειρο (10,7%). Στον αντίποδα, οι Περιφέρειες Ιονίων Νήσων και Νοτίου Αιγαίου εμφανίζουν τα χαμηλότερα ποσοστά, 4,5% και 5,2% αντίστοιχα.
Σε απόλυτους αριθμούς, οι περισσότεροι άνεργοι εντοπίζονται στην Αττική (121,4 χιλιάδες άτομα) και στην Κεντρική Μακεδονία (96,7 χιλιάδες), γεγονός που αντανακλά τη συγκέντρωση του πληθυσμού και των οικονομικών δραστηριοτήτων στις δύο αυτές περιοχές.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Κωνσταντέλλος, «παρά τις αναπόφευκτες επιπτώσεις του διεθνούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος, η χώρα μας επιδεικνύει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα και εκτιμώ ότι η ελληνική οικονομία θα διατηρήσει τη θετική της τροχιά, μειώνοντας σταθερά τα ποσοστά ανεργίας».