Υψηλά επιτόκια, δυσμενείς όροι αναδιάρθρωσης, πλειστηριασμοί κύριας κατοικίας και καταγγελίες για μη συμμόρφωση με αποφάσεις του νόμου Κατσέλη περιλαμβάνονται στις αναφορές πολιτών κατά τραπεζών και servicers.
Σύμφωνα με στοιχεία που γνωστοποίησε η Ένωση Καταναλωτών Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ στο BD, το 2025 καταγράφηκαν πάνω από 4.300 καταγγελίες, έναντι 3.200 το 2024, αύξηση σχεδόν 34%.
Όπως υπογραμμίζει στο BD η Νομική Σύμβουλος της Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ, Βίκυ Τζέγκα:
«Η πώληση και μεταβίβαση “κόκκινων” δανείων από τράπεζες σε funds και η διαχείρισή τους από servicers έχει δημιουργήσει ένα νέο τοπίο, στο οποίο οι οφειλέτες συναντούν σοβαρές δυσκολίες πρόσβασης, ενημέρωσης και ρύθμισης των οφειλών τους.
Τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν ότι το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους συχνά μετατίθεται χρονικά, αντί να επιλύεται ουσιαστικά, με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνεται σταθερή αποκατάσταση της οικονομικής βιωσιμότητας των οφειλετών.
Από τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος προκύπτει ότι οι servicers, διαχειρίζονται επιχειρηματικά δάνεια 27,6 δισ. ευρώ, στεγαστικά 25,2 δισ. ευρώ, καταναλωτικά 15,8 δισ. ευρώ, ενώ 10,5 δισ. ευρώ είναι τα δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις.
Επιπροσθέτως, η συρρίκνωση του εισοδήματος των νοικοκυριών λόγω της ακρίβειας και των συνεχών αυξήσεων σε όλους τους τομείς της οικονομίας, όπως ενδεικτικά τρόφιμα, ενέργεια, τράπεζες, ασφαλιστικές, τηλεπικοινωνίες, στεγαστική κρίση, σε συνδυασμό με τις επιθετικές πρακτικές των τραπεζών, servicers και funds, και η έλλειψη αποτελεσματικών νομοθετικών εργαλείων, επιβαρύνουν δυσανάλογα εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις».
Τι καταγγέλλουν οι καταναλωτές
Τα προβλήματα που καταγγέλλουν οι καταναλωτές εκτείνονται σε όλο το φάσμα της διαχείρισης των δανείων. Οι οφειλέτες δηλώνουν ότι δεν διαθέτουν ουσιαστική διαπραγματευτική ισχύ και αισθάνονται απροστάτευτοι έναντι τραπεζών, funds και ιδίως servicers.
Μεταξύ των βασικών ζητημάτων που αναφέρουν είναι επιτόκια 4,5%-6,5%, δυσμενείς όροι αναδιάρθρωσης και απαίτηση υψηλών προκαταβολών σε περιπτώσεις διαταγών πληρωμής, χωρίς – όπως υποστηρίζουν – να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής.
Επιπλέον, καταγγέλλουν καθυστερήσεις ή άρνηση χορήγησης απαραίτητων εγγράφων για ρύθμιση, μη αποστολή δοσολογίων και προώθηση αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αναφέρουν ότι δεν λαμβάνουν εγκαίρως το σχέδιο σύμβασης πριν από την υπογραφή συμφωνίας.
Τέλος, οι καταγγελίες αφορούν και τη συμπεριφορά των εταιρειών, με οφειλέτες να κάνουν λόγο για δύσκολη επικοινωνία και πιεστικές πρακτικές.
Παράλληλα, χαρακτηρίζουν πολύπλοκο και χαμηλής αποτελεσματικότητας τον Εξωδικαστικό Μηχανισμό Ρύθμισης Οφειλών.
Τι ζητά η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ για την προστασία των καταναλωτών
Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ προτείνει δέσμη μέτρων για την ανακούφιση των οφειλετών και τη βελτίωση της επικοινωνίας με τράπεζες και servicers.
Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται βιώσιμες ρυθμίσεις οφειλών, προσαρμοσμένες στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα, μείωση επιβαρύνσεων, χαμηλές άτοκες δόσεις και επαναφορά ρυθμίσεων επί του αρχικού κεφαλαίου.
Η Ένωση ζητά ενισχυμένη προστασία των ευάλωτων οφειλετών και της κύριας κατοικίας, ακόμη και με υποχρεωτική διαγραφή οφειλής όπου δεν υφίσταται βιωσιμότητα, καθώς και ειδικά προγράμματα κοινωνικής στήριξης.
Παράλληλα, εισηγείται ενιαίο πλαίσιο λειτουργίας για τράπεζες, funds και servicers, με αυστηρή τήρηση προθεσμιών, καταγραφή ενεργειών, διαφάνεια και επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις κακών πρακτικών.
Σημειώνεται πάντως ότι η εποπτεία των servicers ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Επιπλέον, προτείνεται ουσιαστική αναμόρφωση του Εξωδικαστικού Μηχανισμού, ώστε να λειτουργεί αποτελεσματικά ως εργαλείο ρύθμισης χρέους.
Τέλος, η Ένωση εισηγείται τη δημιουργία πανελλαδικού δικτύου δωρεάν συμβουλευτικής και διαμεσολάβησης, με τη συμμετοχή Ενώσεων Καταναλωτών, Δήμων και Περιφερειών.
Αντιδράσεις για χρεώσεις σε τραπεζικους λογαριασμους
Ένα ακόμη ζήτημα που ανέδειξε η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ αφορά τα συνδρομητικά πακέτα που λάνσαραν τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Με σταθερή μηνιαία χρέωση, προσφέρουν δωρεάν συναλλαγές αντί επιμέρους χρεώσεων ανά κίνηση.
Αν και η λύση κρίνεται συμφέρουσα για πελάτες με αυξημένη συναλλακτική δραστηριότητα, καταναλωτές αναφέρουν ότι βασικοί λογαριασμοί αναβαθμίστηκαν αυτόματα σε λογαριασμούς προνομίων, με μηνιαία συνδρομή 0,50–0,80 ευρώ, χωρίς – όπως υποστηρίζουν – σαφή δυνατότητα εξαίρεσης.
Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ κάνει λόγο για μονομερή τροποποίηση όρων, σημειώνοντας ότι οι αλλαγές επηρεάζουν ιδιαίτερα όσους δεν διαθέτουν πρόσβαση σε e-banking, όπως ηλικιωμένους και ΑμεΑ. Η συρρίκνωση του δικτύου καταστημάτων καθιστά δυσκολότερη τη διαδικασία απενεργοποίησης.
Από την πλευρά τους, οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι τα πακέτα περιορίζουν τις επιμέρους χρεώσεις και προσφέρουν διαφάνεια κόστους μέσω σταθερής μηνιαίας ή ετήσιας συνδρομής, καλύπτοντας βασικές συναλλαγές όπως πληρωμές, εμβάσματα και αναλήψεις.