Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκονται οι έξυπνοι μετρητές και τα δυναμικά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, γνωστά ως «πορτοκαλί τιμολόγια», με τις μικρές επιχειρήσεις να εκφράζουν έντονες ανησυχίες για τις επιπτώσεις τους.
Σύμφωνα με δήλωση του προέδρου του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνου Δαμίγου, η ενεργειακή πολιτική διαμορφώνεται χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες της μικρής και πολύ μικρής επιχειρηματικότητας.
Τα δυναμικά τιμολόγια προβάλλονται ως ευέλικτη και φαινομενικά συμφέρουσα επιλογή για τον καταναλωτή. Παρόλα αυτά, προϋποθέτουν δυνατότητα μεταφοράς του ενεργειακού φορτίου σε συγκεκριμένες ώρες, συνεχή παρακολούθηση των τιμών και ανάληψη ρίσκου λόγω διακυμάνσεων. Αυτές οι απαιτήσεις δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμες για μικρούς επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους.
Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, ο καθορισμός των πορτοκαλί τιμολογίων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, ενώ η εφαρμογή τους από την 1η Φεβρουαρίου παραμένει ασαφής. Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα, καθώς οι επιχειρήσεις καλούνται να επιλέξουν τιμολόγιο χωρίς σαφές πλαίσιο και επαρκή ενημέρωση.
Επιπλέον, το ζήτημα των έξυπνων μετρητών παραμένει άλυτο για τη μεγάλη πλειονότητα των μικρών επιχειρήσεων, που είτε δεν έχουν πρόσβαση σε τέτοια τεχνολογία είτε διαθέτουν μετρητές ακατάλληλους για δυναμικά τιμολόγια λόγω ανεπάρκειας υποδομών.
Έτσι, διαμορφώνεται μια αγορά δύο ταχυτήτων: από τη μία πλευρά οι μεγάλες επιχειρήσεις με ειδικές συμφωνίες και πρόσβαση σε εργαλεία διαχείρισης ενέργειας και από την άλλη οι μικροί επαγγελματίες που καλούνται να αναλάβουν αυξημένο ρίσκο χωρίς αντίστοιχα μέσα.
Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του ΒΕΑ, για τη συντριπτική πλειοψηφία των μικρών επιχειρήσεων, το πορτοκαλί τιμολόγιο αποδεικνύεται ανεπαρκές.
Η ενεργειακή μετάβαση, σύμφωνα με τον ίδιο, οφείλει να βασίζεται σε καθολική πρόσβαση σε υποδομές, διαφάνεια στα τιμολόγια και ουσιαστική στήριξη της μικρής επιχειρηματικότητας, η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.