Την θεαματική βελτίωση των συνθηκών για το εγχώριο τραπεζικό σύστημα υπογράμμισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στην εκδήλωση του Economist The World Ahead 2026: Athens Gala Dinner.
Ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε ότι οι εγχώριες τράπεζες έχουν θεραπεύσει πλήρως της πληγές της μεγάλης κρίσης και έχουν ισχυροποιηθεί θεαματικά σε όλα τα επίπεδα: μείωση μη εξυπηρετούμενων δανείων, υψηλή κερδοφορίας, διαφοροποίηση πηγών εσόδων, ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, υψηλή αποδοτικότητα.
Η τελευταία δεκαετία, όπως σημείωσε, υπήρξε περίοδος βαθιάς αναδιάρθρωσης για το εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Η κερδοφορία, η ρευστότητα, η ποιότητα του χαρτοφυλακίου και η κεφαλαιακή θέση των τραπεζών ενισχύθηκαν σημαντικά, με φόντο την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, τις θετικές δημοσιονομικές εξελίξεις και τις ευνοϊκές χρηματοπιστωτικές συνθήκες. «Ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα από την περίπτωση της Ελλάδας είναι η ισχυρή αλληλεπίδραση μεταξύ οικονομικής ανάκαμψης, βελτίωσης της δημοσιονομικής κατάστασης και θετικής πορείας του τραπεζικού τομέα μέσω ενός κύκλου ενάρετης ανατροφοδότησης», τόνισε.
«Συνολικά, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας βρίσκεται πλέον σε πολύ ισχυρότερη θέση για να υποστηρίξει την οικονομική ανάπτυξη και να απορροφήσει πιθανούς κραδασμούς. Η ενισχυμένη ανθεκτικότητα (που επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα της πρόσφατης πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων), η βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, παρέχουν σταθερά θεμέλια ενόψει του 2026, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην τρέχουσα συγκυρία που χαρακτηρίζεται από υψηλή αβεβαιότητα.», είπε ο κ. Στουρνάρας.
Η εξυγίανση των ισολογισμών και το τέλος των «κόκκινων»
Κεντρικό στοιχείο της προόδου που καταγράφηκε αφορά την εξυγίανση των ισολογισμών. Από τον Μάρτιο του 2016, όταν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδό τους, το απόθεμα των «κόκκινων» δανείων μειώθηκε συνολικά κατά 95%. Καθοριστική υπήρξε η συμβολή του προγράμματος κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», το οποίο διευκόλυνε τιτλοποιήσεις μεγάλης κλίμακας, επιταχύνοντας τη δραστική αποκλιμάκωση των NPLs.
Το αποτέλεσμα είναι ότι έως το τρίτο τρίμηνο του 2025, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων σε επίπεδο τραπεζικού τομέα είχε υποχωρήσει στο 3,6%, διαμορφώνοντας μια εικόνα που απέχει ριζικά από το παρελθόν. Η εξέλιξη αυτή δεν έχει μόνο λογιστική σημασία: απελευθερώνει κεφάλαια, μειώνει το κόστος κινδύνου και επιτρέπει στις τράπεζες να επαναπροσανατολίσουν τη στρατηγική τους στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.
Ρευστότητα και πρόσβαση στις αγορές: σταθερή βάση
Εξίσου κρίσιμο είναι το γεγονός ότι οι συνθήκες ρευστότητας παραμένουν ευνοϊκές. Οι καταθέσεις συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ όλες οι τράπεζες διατηρούν απρόσκοπτη πρόσβαση στη διατραπεζική αγορά και στις αγορές, γεγονός που λειτουργεί ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της χρηματοδότησης προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος χρήματος και οι προσδοκίες για την πορεία των επιτοκίων επηρεάζουν άμεσα τη στρατηγική των τραπεζών, η σταθερή ρευστότητα αποτελεί πλεονέκτημα, καθώς επιτρέπει ευελιξία στη διαχείριση κινδύνων.
Κερδοφορία: διψήφια απόδοση και νέα δυναμική
Η εικόνα συμπληρώνεται από την κερδοφορία του κλάδου, η οποία, σύμφωνα με τον Διοικητή της ΤτΕ, παραμένει ικανοποιητική και τροφοδοτείται από την πιστωτική επέκταση και την υψηλή λειτουργική αποτελεσματικότητα. Η πιστωτική επέκταση προέρχεται κυρίως από δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων για τη χρηματοδότηση έργων που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Παράλληλα, το χαμηλότερο κόστος πιστωτικού κινδύνου και ο χαμηλός δείκτης κόστους προς έσοδα ενισχύουν τα αποτελέσματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων σε επίπεδο κλάδου έχει ενισχυθεί σε διψήφιο ποσοστό, περίπου στο 12%.
Περιφερειακή ενοποίηση και επέκταση δραστηριοτήτων
Ο Στουρνάρας στάθηκε επίσης στην προσπάθεια διαφοροποίησης των πηγών εσόδων και στην επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας πέρα από την εγχώρια πιστωτική επέκταση. Πρόσφατες κινήσεις, όπως οι εξαγορές στην Κύπρο, η ενίσχυση παρουσίας στον ασφαλιστικό κλάδο και οι στρατηγικές συνεργασίες με ευρωπαϊκούς τραπεζικούς ομίλους, καταδεικνύουν ότι το επιχειρηματικό μοντέλο των ελληνικών τραπεζών γίνεται πιο εξωστρεφές, εντασσόμενο σταδιακά σε μια ευρύτερη διαδικασία περιφερειακής ενοποίησης.
Το «κλειδί» του 2026: ανθεκτικότητα σε περιβάλλον αβεβαιότητας
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ουσία του μηνύματος που εκπέμπει η Τράπεζα της Ελλάδος: η χώρα μπαίνει στο 2026 με έναν τραπεζικό τομέα πολύ πιο ισχυρό, ικανό να στηρίξει ανάπτυξη αλλά και να απορροφήσει κραδασμούς. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο Διοικητής, «συνολικά, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας βρίσκεται πλέον σε πολύ ισχυρότερη θέση για να υποστηρίξει την οικονομική ανάπτυξη και να απορροφήσει πιθανούς κραδασμούς.
Η ενισχυμένη ανθεκτικότητα (που επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα της πρόσφατης πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων), η βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, παρέχουν σταθερά θεμέλια ενόψει του 2026, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην τρέχουσα συγκυρία που χαρακτηρίζεται από υψηλή αβεβαιότητα».
Η αναφορά στην πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αποτελεί «τεστ αντοχής» που αποτυπώνει την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να διαχειριστεί σενάρια ισχυρών αναταράξεων. Παράλληλα, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής εμπιστοσύνης, καθώς μειώνει το κόστος χρηματοδότησης, διευρύνει την πρόσβαση σε κεφάλαια και αναβαθμίζει το επενδυτικό προφίλ της χώρας.
Οι κίνδυνοι παραμένουν – αλλά το σημείο εκκίνησης είναι διαφορετικό
Ωστόσο, ο Διοικητής της ΤτΕ ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού. Οι κίνδυνοι για το 2026 παραμένουν σημαντικοί και προέρχονται κυρίως από εξωγενείς και διαρθρωτικούς παράγοντες: γεωπολιτικές εντάσεις, κυβερνοαπειλές, κλιματικοί κίνδυνοι, δημογραφικές πιέσεις, αλλά και ενδεχόμενοι κίνδυνοι μετάδοσης από μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και αγορές κρυπτοστοιχείων.
Παρόλα αυτά, η μεγάλη διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν εισέρχεται στο νέο κύκλο αβεβαιότητας ως «αδύναμος κρίκος», αλλά ως παράγοντας σταθερότητας. Και αυτό, σε τελική ανάλυση, μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο όχι μόνο για τη χρηματοπιστωτική ισορροπία, αλλά και για την ίδια την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.