Στο ακουστικό παραμένει η βιομηχανία, καθώς έχουν ήδη συμπληρωθεί τέσσερις μήνες χωρίς να έχουν ανακοινωθεί συγκεκριμένα μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί ως τροχοπέδη για την ανταγωνιστικότητά της.
Παρά τις αρχικές συζητήσεις για την υιοθέτηση του λεγόμενου «ιταλικού μοντέλου» και τις πρόσφατες διαρροές ότι επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο των συζητήσεων, το συγκεκριμένο σενάριο φαίνεται να εξασθενεί, παραμένοντας στο τραπέζι περισσότερο ως διαπραγματευτικό χαρτί.
Όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές με άριστη γνώση του θέματος, το ενδιαφέρον πλέον επικεντρώνεται στον μηχανισμό αντιστάθμισης του κόστους CO₂, με τις διαπραγματεύσεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με την Κομισιόν να κινούνται προς δυο κατευθύνσεις. Αφενός στην αύξηση του εθνικού συντελεστή εκπομπών CO₂ που μειώθηκε από 0,73 σε 0,58 τόνους CO₂ ανά MWh και αφετέρου στη σύγκλιση του ελληνικού συντελεστή με εκείνους των γειτονικών χωρών.
Την ίδια στιγμή, εξετάζονται και άλλα εργαλεία, μεταξύ των οποίων, η αξιοποίηση πόρων από το ευρωπαϊκό Ταμείο Εκσυγχρονισμού (Modernisation Fund), με τις τελικές αποφάσεις ωστόσο να παραμένουν προς το παρόν ανοιχτές, δεδομένου ότι η βιομηχανία θα λάβει χρήματα από το καλοκαίρι του 2027.
Στη «μάχη» για την αύξηση του συντελεστή
Θυμίζουμε ότι λίγο πριν από την εκπνοή του 2025 η Κομισιόν ενέκρινε την τροποποίηση των κατευθυντήριων γραμμών κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ETS) για την περίοδο 2026-2030, με τη χώρα μας να συγκαταλέγεται στα μόλις τρία κράτη-μέλη για τα οποία μειώνεται αισθητά ο συντελεστής εκπομπών CO₂, από 0,73 τόνους CO₂ ανά MWh σε 0,58 τόνους CO₂ ανά MWh, κυρίως λόγω της απολιγνιτοποίησης.
Αυτό πρακτικά σημαίνει απώλειες 17 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τις ελληνικές ενεργοβόρες επιχειρήσεις, με το ΥΠΕΝ να επιδιώκει να ανεβάσει όσο γίνεται τον συντελεστή.
Την ίδια στιγμή, χώρες που βρίσκονται σε άμεση σύζευξη με την ελληνική αγορά ενέργειας, όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, διατηρούν τον συντελεστή στο ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο των 0,91 τόνων CO₂ ανά MWh, γεγονός που δημιουργεί στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η Κομισιόν δίνει τη δυνατότητα επανεξέτασης του συντελεστή μέσω market study, λαμβάνοντας υπόψη τη «μόλυνση» της τιμής από γειτονικές χώρες με πιο ρυπογόνο ενεργειακό μείγμα.
Το ΥΠΕΝ αναμένεται να αξιοποιήσει το «παράθυρο» αυτό για επανεξέταση των στοιχείων, με στόχο να περιοριστεί ή ακόμη και να ανατραπεί η ετήσια απώλεια των 17 εκατ. ευρώ.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι μία ενδεχόμενη σύγκλιση του ελληνικού συντελεστή με εκείνους των γειτονικών χωρών (Βουλγαρίας και Ρουμανίας) θα μπορούσε να αποφέρει επιπλέον 3-4 εκατ. ευρώ για κάθε μονάδα αύξησης.
Θυμίζουμε ότι στο σοβαρό αυτό πλήγμα για τη βιομηχανία είχε αναφερθεί σε πρόσφατες δηλώσεις του ο Πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «δεχόμαστε μια εθνική ήττα. Στις 23 Δεκεμβρίου εκδόθηκε απόφαση για την αντιστάθμιση σύμφωνα με την οποία η χώρα εμφανίζεται να έχει βελτιώσει το αποτύπωμά της, από 0,73 τόνους CO₂/MWh σε 0,58.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ποσών της αντιστάθμισης, ενώ υπήρχε δυνατότητα να υποστηριχθεί η ελληνική θέση με βάση τις πραγματικές τιμές της αγοράς, οι οποίες επηρεάζονται από τη Βουλγαρία, που καίει λιγνίτη και έχει αποτύπωμα 0,9 τόνους/MWh».
«Ταβάνι» από την Κομισιόν στις ενισχύσεις
Πάντως, όπως εξηγούν πηγές κοντά στο ΥΠΕΝ, το βασικό «αγκάθι» στις συζητήσεις είναι το αυστηρό «ταβάνι» που θέτει η Κομισιόν στο συνολικό ύψος των ενισχύσεων που μπορεί να λάβει μια χώρα.
Μάλιστα, η Ελλάδα ήδη δαπανά ιδιαίτερα υψηλά ποσά για την αντιστάθμιση. Ενδεικτικά για το 2023 η χώρα μας κατέβαλε περίπου 287 εκατ. ευρώ, όταν η Ιταλία περιορίστηκε στα 165 εκατ. ευρώ παρότι η οικονομία της είναι πολλαπλάσια σε μέγεθος, γεγονός που κατά τις Βρυξέλλες αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο στους Ιταλούς για εναλλακτικά σχήματα στήριξης.
Αντίθετα, η Ελλάδα βρίσκεται ήδη κοντά στο ανώτατο επιτρεπτό όριο, κάτι που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη μετάβαση σε άλλα εργαλεία, όπως το CISAF.
Παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζουν και χώρες όπως η Γερμανία, η οποία δίνει περίπου 2,5 δισ. ευρώ σε μια αγορά 550 TWh, χωρίς ωστόσο να έχει «κλείσει» ακόμη ένα σταθερό σχήμα.
Στο βιομηχανικό ρεύμα αναφέρθηκε χθες και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, στο Athens Εnergy Summit.
Μάλιστα, όπως ανέφερε «είμαστε κοντά σε διευθέτηση. Η Ελλάδα θέλει να προχωρήσει σε ενέργειες για να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της, αλλά πρέπει να γίνει με βάση το κοινοτικό πλαίσιο. «Η διεργασία με την Κομισιόν δεν χαρακτηρίζεται από ταχύτητα αλλά είμαστε κοντά».