Μπορεί η Ευρώπη, στην προσπάθειά της να απεξαρτηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο και να ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια, να στράφηκε προς νέα πηγή εφοδιασμού, ωστόσο, η σχεδόν αποκλειστική τροφοδοσία της με LNG από τις ΗΠΑ, όχι μόνο δεν διασφαλίζει την ενεργειακή της θωράκιση, αλλά την καθιστά ευάλωτη και εκτεθειμένη σε κάθε μορφή οικονομικού και γεωπολιτικού ρίσκου.
Θυμίζουμε ότι μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η ΕΕ έλαβε δραστικά μέτρα για να απομακρυνθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο, αντικαθιστώντας το με LNG κυρίως από τις ΗΠΑ, με στόχο την πλήρη διακοπή προμήθειας ρωσικού αερίου έως το 2027.
Ωστόσο, η απουσία ουσιαστικής διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού και η οικοδόμηση μιας νέας εξάρτησης (αυτή τη φορά από τις ΗΠΑ) γεννούν σοβαρά ερωτήματα, τόσο για το κόστος που θα κληθούμε τελικά να πληρώσουμε όσο και για το κατά πόσο μπορεί να βρεθούμε «ξεκρέμαστοι» σε περίπτωση όξυνσης των διατλαντικών σχέσεων.
Οι τελευταίες εντάσεις μάλιστα μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, με φόντο τις απειλές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών λόγω της υπόθεσης της Γροιλανδίας- ακόμη και αν τελικά ανακάλεσε από το Νταβός- αναδεικνύουν με τον πιο σαφή τρόπο αυτή την ευαλωτότητα.
Οι ΗΠΑ ο βασικός προμηθευτής LNG για την Ευρώπη
Μεταξύ 2021 και 2025, η ΕΕ μείωσε τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου (αγωγών και LNG) κατά περίπου 75%, ένα σημαντικό εκ πρώτης όψεως επίτευγμα για την ενεργειακή της ασφάλεια.
Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνει πρόσφατη ανάλυση του Ινστιτούτου Ενεργειακής Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης (IEEFA), οι εισαγωγές αμερικανικού LNG αυξήθηκαν από 21 δισ. κυβικά μέτρα (bcm) το 2021 σε περίπου 81 bcm το 2025, σχεδόν τετραπλασιασμός.
Έτσι, το 2025 οι ΗΠΑ κάλυψαν το 57% των συνολικών εισαγωγών LNG της ΕΕ, καθιστώντας τες τον κυρίαρχο προμηθευτή.
Όπως προειδοποιεί το IEEFA, εάν υλοποιηθούν όλα τα νέα συμβόλαια προμήθειας LNG και παράλληλα αποτύχουν οι προσπάθειες μείωσης της ζήτησης φυσικού αερίου, η ΕΕ θα μπορούσε έως το 2030 να προμηθεύεται 75–80% του LNG της από τις ΗΠΑ.
Αυτό θα σήμαινε ότι περίπου το 40% του συνόλου των εισαγωγών φυσικού αερίου και LNG της ΕΕ θα προέρχεται από έναν μόνο προμηθευτή.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί σαφή γεωπολιτική εξάρτηση και περιορίζει δραστικά τη διαπραγματευτική ισχύ της Ευρώπης, ιδίως σε περιόδους κρίσεων ή μεταβολών στις διεθνείς σχέσεις.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ του Ιουλίου 2025, η Ένωση δεσμεύτηκε να αγοράσει ενέργεια αξίας 750 δισ. δολαρίων έως το 2028.
Σύμφωνα με το IEEFA, αυτή η δέσμευση «δένει» ενεργειακά την Ευρώπη σε έναν βασικό προμηθευτή και υπονομεύει τους στόχους μείωσης της κατανάλωσης φυσικού αερίου.
Τα τρωτά σημεία της νέας ενεργειακής εξάρτησης
Η στροφή της Ευρώπης προς το αμερικανικό LNG, ως βασικό εργαλείο απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο, συνοδεύεται από μια σειρά τρωτών σημείων που αναδεικνύουν τις αδυναμίες αυτής της επιλογής.
Καταρχάς, παρά τις διάφορες δεσμεύσεις, οι πραγματικές ροές LNG προς την Ευρώπη ενδέχεται να αποδειχθούν πιο συγκρατημένες από τις αρχικές προσδοκίες.
Και αυτό γιατί υπάρχουν σοβαρές καθυστερήσεις στην ανάπτυξη νέων έργων υγροποίησης στις ΗΠΑ, περιορίζοντας τη βραχυπρόθεσμη αύξηση της εξαγωγικής ικανότητας LNG, ενώ την ίδια στιγμή ενισχύεται η ζήτηση στην Ασία δημιουργώντας έντονο ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα φορτία.
Παράλληλα, το κόστος μεταφοράς και υγροποίησής του αμερικανικού LNG είναι σημαντικά υψηλότερο με ότι συνεπάγεται αυτό για την τσέπη μας.
Σύμφωνα με το IEEFA, το αμερικανικό LNG είναι το ακριβότερο LNG για τους Ευρωπαίους αγοραστές και η αυξημένη εξάρτηση από αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον στόχο της ΕΕ για προσιτή ενέργεια και απειλεί να διατηρήσει υψηλές τιμές ηλεκτρισμού και θέρμανσης, επιδεινώνοντας το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας.
Την ίδια στιγμή, προβληματισμό δημιουργεί και η κατάσταση των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου. Τα επίπεδα πλήρωσης κινούνται κοντά στο 57%, σημαντικά χαμηλότερα από το 69% της αντίστοιχης περσινής περιόδου.
Η ανάγκη ταχείας αναπλήρωσης των αποθεμάτων, ιδιαίτερα στη Βορειοδυτική Ευρώπη, αναμένεται να διατηρήσει τις τιμές του TTF σε επίπεδα που ευνοούν την προσέλκυση ευέλικτων φορτίων LNG, ενισχύοντας τη ροή από τον Ατλαντικό, αλλά ταυτόχρονα αυξάνοντας την έκθεση της ευρωπαϊκής αγοράς στη διεθνή μεταβλητότητα.
Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ωστόσο, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται τόσο στη διαθεσιμότητα φορτίων όσο στη δυνατότητα μεταφοράς τους.
Ο λεγόμενος Κάθετος Διάδρομος, μέσω του οποίου η χώρα μας φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως νότια πύλη τροφοδοσίας της περιοχής έως και την Ουκρανία με αμερικανικό LNG, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια. Η απουσία εναρμονισμένων κανόνων, οι καθυστερήσεις στις δημοπρασίες δυναμικότητας και τα γραφειοκρατικά εμπόδια περιορίζουν την αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών.
Αξίζει να σημειώσουμε, ότι σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ για το 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν ο μεγαλύτερος προμηθευτής LNG της χώρας μας, με ποσότητες 26,56 TWh, αυξημένες κατά 98,36% σε σχέση με το 2024 και οι οποίες αντιστοιχούν σε ποσοστό 86,12% επί των συνολικών εκφορτώσεων LNG.
Παράλληλα με όλα τα παραπάνω, ύστερα από τις ανακοινώσεις του Αμερικανού Προέδρου για επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, με φόντο τη διαμάχη γύρω από τη Γροιλανδία, έχουν ενταθεί οι ανησυχίες στις Βρυξέλλες.
Και παρότι ο Τραμπ έσπευσε την Τετάρτη στο Νταβός να μαζέψει όσα είχε διαμηνύσει τις προηγούμενες ημέρες, ωστόσο θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα μπορούσε να «εκμεταλλευτεί» την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης ως εργαλείο άσκησης πίεσης.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ελληνικής αγοράς, δύσκολα θα μπορούσε να αλλάξει κάτι σε συμφωνίες που έχουν κλειστεί ήδη, ωστόσο κανείς δε μπορεί να προβλέψει τις κινήσεις του Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος θα μπορούσε θεωρητικά ανά πάσα στιγμή να απαγορεύσει τη εξαγωγή LNG από τις ΗΠΑ.
Πάντως, παρά τις εντάσεις, η κυρίαρχη εκτίμηση στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου είναι ότι το αμερικανικό LNG δύσκολα θα βρεθεί στο επίκεντρο μιας ανοιχτής εμπορικής αντιπαράθεσης και η Ευρώπη δεν προτίθεται να μεταβάλει το χρονοδιάγραμμα πλήρους απαγόρευσης του ρωσικού φυσικού αερίου από τις αρχές του 2027.
Η χαμένη ευκαιρία για τις ΑΠΕ
Με την Ευρώπη δεσμευμένη με συμφωνίες φυσικού αερίου για πολλά χρόνια ακόμη, είναι απορίας άξιον πώς θα επιτευχθούν οι στόχοι της πράσινης μετάβασης.
Άλλωστε, η στρατηγική υπερβολικής στροφής στο αμερικανικό LNG έρχεται σε αντίθεση με το σχέδιο REPowerEU, το οποίο στοχεύει στη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας, στη μείωση της ζήτησης ορυκτών καυσίμων και στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας.
Όπως καταδεικνύει το IEEFA, η πραγματική ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης δεν μπορεί να επιτευχθεί με την αλλαγή προμηθευτή, αλλά μόνο με τη δραστική μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου και τη μαζική επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Σύμφωνα με το ίδιο, αν τα 750 δισ. δολάρια επενδύονταν σε ΑΠΕ, η ΕΕ θα μπορούσε να εγκαταστήσει περίπου 546 GW αιολικής και ηλιακής ισχύος, ενισχύοντας ουσιαστικά την ενεργειακή της αυτονομία και μειώνοντας μακροπρόθεσμα τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας