«Ανάσα» αναμένεται να δώσουν στον ΑΔΜΗΕ οι νέες Χρεώσεις Χρήσης Συστήματος (ΧΧΣ) ηλεκτρικής ενέργειας, που τίθενται σε ισχύ ύστερα από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης της ΡΑΑΕΥ στο ΦΕΚ και στοχεύουν στην ανάκτηση των εσόδων του για το 2025.
Οι νέες χρεώσεις, που συνδέονται άμεσα με το εκτεταμένο επενδυτικό του πρόγραμμα του Διαχειριστή, αναμένεται να επιβαρύνουν κυρίως τη βαριά βιομηχανία και ελάχιστα τα νοικοκυριά, τα οποία θα δουν στους λογαριασμούς τους επιβάρυνση περίπου μισό ευρώ τον μήνα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι για ένα μέσο νοικοκυριό με ετήσια κατανάλωση 4.000-4.500 kWh, η αύξηση αντιστοιχεί σε περίπου μισό ευρώ τον μήνα, δηλαδή μικρότερη του 1% στον συνολικό λογαριασμό ρεύματος.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η εν λόγω απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας καθορισμού των μοναδιαίων χρεώσεων χρήσης του Συστήματος Μεταφοράς, μέσω των οποίων ανακτάται το Απαιτούμενο Έσοδο του ΑΔΜΗΕ, δηλαδή τα έσοδα που κρίνονται αναγκαία για τη λειτουργία, συντήρηση και ανάπτυξη του συστήματος μεταφοράς υψηλής τάσης της χώρας.
Με τη δημοσίευση της απόφασης της ΡΑΑΕΥ (Ε-189/2025) κλείνει ουσιαστικά ένας πολύμηνος κύκλος ρυθμιστικής εκκρεμότητας, καθώς η διαδικασία είχε ουσιαστικά δρομολογηθεί από τον Ιούλιο του 2025 όταν η ΡΑΑΕΥ είχε εγκρίνει το απαιτούμενο έσοδο καθώς και τον τρόπο υπολογισμού των νέων χρεώσεων.
Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα η απόφαση αυτή δεν είχε εφαρμοστεί καθώς εκκρεμούσε η δημοσίευση της στο ΦΕΚ ενσωματώνοντας τόσο τα κόστη για το καλώδιο Κρήτης-Αττικής όσο και για το καλώδιο GSI.
Το ύψος των εσόδων και το πρόβλημα της υποανάκτησης
Σύμφωνα με την απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής, οι νέες χρεώσεις θα εφαρμοστούν από την 1η Φεβρουαρίου και δεν έχουν αναδρομική ισχύ.
Η εν λόγω απόφαση προβλέπει αυξήσεις στις μοναδιαίες χρεώσεις που καταβάλλουν καταναλωτές Υψηλής, Μέσης και Χαμηλής Τάσης για τη χρήση του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να ανακτηθεί το Απαιτούμενο Έσοδο του ΑΔΜΗΕ.
Για το 2025, το Επιτρεπόμενο Έσοδο του ΑΔΜΗΕ αναθεωρήθηκε και διαμορφώθηκε σε περίπου 479 εκατ. ευρώ, ενώ το Απαιτούμενο Έσοδο καθορίστηκε σε 411,1 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τη ΡΑΑΕΥ, το επιτρεπόμενο έσοδο του Διαχειριστή αναθεωρήθηκε λόγω αυξημένων λειτουργικών δαπανών, νέων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, καθώς και μεταβολών στο χρονοδιάγραμμα μεγάλων έργων, όπως η διασύνδεση Κρήτης-Αττικής.
Ωστόσο, κατά το πρώτο οκτάμηνο του έτους, με τις χρεώσεις που ίσχυαν από το 2024, ανακτήθηκαν περίπου 238 εκατ. ευρώ, αφήνοντας υπόλοιπο άνω των 173 εκατ. ευρώ, γεγονός που κατέστησε αναγκαία την αναπροσαρμογή των χρεώσεων.
Παράλληλα, η ΡΑΑΕΥ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικών παρεμβάσεων, σε περίπτωση που προκύψουν σημαντικές υποανακτήσεις εσόδων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του Διαχειριστή.
Ο ΑΔΜΗΕ, σε εισήγησή του προς τη ΡΑΑΕΥ είχε προειδοποίησε ότι αν δεν ληφθούν μέτρα, θα προκύψει σημαντική υποανάκτηση εσόδων, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει το επενδυτικό πρόγραμμα του Διαχειριστή και την υλοποίηση κρίσιμων έργων υποδομής.
Τα σενάρια αυξήσεων και η επιλογή της Αρχής
Ο ΑΔΜΗΕ είχε εισηγηθεί εναλλακτικά σενάρια ανάκτησης του εσόδου, που θα οδηγούσαν σε αυξήσεις από 15% έως και 45% στις χρεώσεις, ανάλογα με τον χρόνο εφαρμογής τους (από 4 έως 12 μήνες). Έτσι, όσο μικρότερη θα ήταν η περίοδος ανάκτησης, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν και η τελική επιβάρυνση για τους καταναλωτές.
Η ΡΑΑΕΥ έκρινε ότι τα πιο «επιθετικά» σενάρια θα οδηγούσαν σε υπέρμετρη επιβάρυνση των καταναλωτών και επέλεξε τελικά το ηπιότερο σενάριο, δηλαδή την πλήρη ανάκτηση του ετήσιου απαιτούμενου εσόδου σε διάστημα 12 μηνών. Με την επιλογή του σεναρίου αυτού, η μέση αύξηση των ΧΧΣ περιορίζεται περίπου στο 15%, με διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία καταναλωτών.
Πάντως, όπως αναγνωρίζει και η Ρυθμιστική Αρχή, ακόμη και αυτή η επιλογή ενδέχεται να οδηγήσει σε υποανάκτηση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικών ρυθμιστικών παρεμβάσεων.
Μισό ευρώ το μήνα η επιβάρυνση στα νοικοκυριά
Η μέση αύξηση των χρεώσεων ανέρχεται περίπου στο 15%, με μεγαλύτερες επιβαρύνσεις σε Υψηλή και Μέση Τάση και σαφώς ηπιότερες στη Χαμηλή Τάση.
Ειδικότερα, οι νέες χρεώσεις διαμορφώνονται σε 4.391 ευρώ ανά MW τον μήνα για καταναλωτές Υψηλής Τάσης, 4.592 ευρώ για τη Μέση Τάση και 5.482 ευρώ για τηλεμετρούμενους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης, ενώ για μη τηλεμετρούμενους καταναλωτές Χαμηλής Τάσης οι χρεώσεις επιβάλλονται ανά κιλοβατώρα.
Οι βιομηχανικοί μη τηλεμετρούμενοι καταναλωτές επιβαρύνονται με 0,788 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, οι εμπορικοί με 0,918 λεπτά ανά κιλοβατώρα, οι Φορείς Οδοφωτισμού και Παροχών (ΦΟΠ) με 1,065 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Σε επίπεδο νοικοκυριών, για τους μη τηλεμετρούμενους καταναλωτές χαμηλής τάσης, δηλαδή τη μεγάλη πλειονότητα των οικιακών παροχών, η μοναδιαία χρέωση διαμορφώνεται σε 11,51 ευρώ ανά MWh, από 9,99 ευρώ ανά MWh προηγουμένως.
Έτσι, για ένα μέσο νοικοκυριό με ετήσια κατανάλωση 4.000-4.500 kWh, η αύξηση αντιστοιχεί σε περίπου μισό ευρώ τον μήνα, δηλαδή μικρότερη του 1% στον συνολικό λογαριασμό ρεύματος.
Το επενδυτικό πρόγραμμα του ΑΔΜΗΕ
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η επίλυση της εκκρεμότητας των χρεώσεων δικτύου θεωρείται κρίσιμη για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ΑΔΜΗΕ, καθώς η έγκαιρη ενεργοποίησή τους ενισχύει τη ρευστότητά του και συνδέονται άμεσα με τις επενδύσεις στρατηγικής σημασίας που υλοποιεί με αιχμή τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών.
Θυμίζουμε ότι ο Διαχειριστής πραγματοποιεί ένα φιλόδοξο επενδυτικό πλάνο δεκαετούς διάρκειας (2024-2033) ύψους 7 δισ. ευρώ με επίκεντρο μεγάλα έργα ηλεκτρικών διασυνδέσεων, όπως των Δωδεκανήσων, του Βορειοανατολικού Αιγαίου, της τέταρτης φάσης των Κυκλάδων και της νέας γραμμής Ελλάδας-Ιταλίας.
Παράλληλα, στόχος του είναι ο εκσυγχρονισμός του συστήματος με ψηφιακά μέσα, ώστε να εξασφαλιστεί όσο το δυνατόν ασφαλέστερη ηλεκτροδότηση.
Μάλιστα, οι επενδύσεις αυτές είναι και ο λόγος που ο ΑΔΜΗΕ έχει θέσει στο τραπέζι εδώ και καιρό την ανάγκη για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου (ΑΜΚ).
Πέρα, όμως, από αυτό, η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα του ρυθμιστικού πλαισίου αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και την αξιοπιστία του Διαχειριστή απέναντι σε τράπεζες και αγορές.
Πάντως, αξίζει να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με στοιχεία που έχει δώσει στο φως της δημοσιότητας ο ίδιος ο Διαχειριστής, η διασύνδεση Κρήτης-Πελοποννήσου έχει ήδη αποφέρει εξοικονόμηση άνω των 700 εκατ. ευρώ μέσω των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας από το 2021, ενώ οι Κυκλάδες έχουν συμβάλει σε μείωση κόστους περίπου 150 εκατ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η διασύνδεση Κρήτης-Αττικής αναμένεται να ενισχύσει το συνολικό όφελος για τους καταναλωτές κατά 400-600 εκατ. ευρώ ετησίως έως το 2035.