Η καρδιακή ανεπάρκεια βρίσκεται στο επίκεντρο σημαντικών θεραπευτικών εξελίξεων, καθώς νέα φάρμακα για την παχυσαρκία αρχίζουν να ενσωματώνονται στην καρδιολογική πρακτική. Παράλληλα, ο ρόλος του οικογενειακού γιατρού ενισχύεται, ενώ οι ίδιοι οι ασθενείς καλούνται να συμμετέχουν πιο ενεργά στη διαχείριση της πάθησής τους. Αυτά τα θέματα ανέδειξε η επίκουρη καθηγήτρια Καρδιολογίας και Καρδιακής Ανεπάρκειας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και υπεύθυνη της Μονάδας Καρδιακής Ανεπάρκειας του Ιπποκράτειου, Χριστίνα Χρυσοχόου, σε συνέντευξή της με αφορμή το συνέδριο Καρδιακής Ανεπάρκειας που διοργανώνεται από τη Μονάδα Καρδιακής Ανεπάρκειας της Α΄ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής και την Ελληνική Εταιρεία Μελέτης Εφαρμογών Πληροφορικής Υγείας.
Η κ. Χρυσοχόου αναφέρθηκε στη νέα γενιά φαρμάκων για την παχυσαρκία, όπως η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη. Τα φάρμακα αυτά επεκτείνουν τη χρήση τους πέρα από τον σακχαρώδη διαβήτη και την απώλεια βάρους, προσφέροντας λύσεις στο ευρύτερο καρδιομεταβολικό σύνδρομο, ειδικά σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο κλάσμα εξώθησης.
Όπως επεσήμανε η καθηγήτρια, οι νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες ενισχύουν τη χρήση αυτών των φαρμάκων σε ασθενείς με κλάσμα εξώθησης άνω του 50%, καρδιομεταβολικό σύνδρομο και δείκτη μάζας σώματος πάνω από 30. Η προσθήκη αυτών των θεραπειών μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, βελτιώνει την πορεία της καρδιακής ανεπάρκειας και περιορίζει τις επανεισαγωγές, ενώ υπάρχουν ενδείξεις και για μείωση της θνητότητας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Η χορήγηση των φαρμάκων για την παχυσαρκία απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση κάθε ασθενούς, λαμβάνοντας υπόψη το ιατρικό ιστορικό, τις συνοσηρότητες και το ψυχολογικό προφίλ του. Είναι σημαντικό ο ασθενής να υιοθετεί υγιεινές συνήθειες διατροφής και άσκησης κατά τη διάρκεια της απώλειας βάρους, καθώς η διακοπή της θεραπείας μπορεί να οδηγήσει σε επαναφορά της πείνας και του σωματικού βάρους.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στον ρόλο του οικογενειακού γιατρού τόσο στην έγκαιρη διάγνωση όσο και στην παρακολούθηση της καρδιακής ανεπάρκειας. Ειδικά σε περιφερειακές και νησιωτικές περιοχές, ο οικογενειακός γιατρός συχνά αποτελεί το μοναδικό σημείο επαφής του ασθενούς με το σύστημα υγείας, ενώ και στα αστικά κέντρα είναι βασικός κρίκος για την πρόληψη και τη διαρκή παρακολούθηση.
Το προτεινόμενο μοντέλο περιλαμβάνει στενή διασύνδεση των οικογενειακών γιατρών με νοσοκομεία και μονάδες καρδιακής ανεπάρκειας. Έτσι, οι ασθενείς παρακολουθούνται συστηματικά και λαμβάνουν εξειδικευμένη συμβουλευτική υποστήριξη όποτε αυτό είναι απαραίτητο.
Αξιοσημείωτη είναι και η αλλαγή στις κατευθυντήριες οδηγίες, οι οποίες πλέον απευθύνονται και στους ίδιους τους ασθενείς. Η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία διαθέτει ειδικό εκπαιδευτικό υλικό, βοηθώντας τους ασθενείς να κατανοήσουν τη νόσο, τα συμπτώματα, τα φάρμακα και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, καθώς και να αναγνωρίζουν έγκαιρα σημάδια επιδείνωσης.
Η κ. Χρυσοχόου υπογραμμίζει τη σημασία της ενημέρωσης, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους ασθενείς με πολλαπλές συνοσηρότητες. Τονίζει ότι το διαδίκτυο μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης μόνο όταν χρησιμοποιούνται επίσημοι ιστότοποι και πάντα σε συνεργασία με τον θεράποντα γιατρό.