Η καλλιέργεια και η διαχείριση του σιταριού υπήρξε για αιώνες θεμέλιο της αγροτικής οικονομίας στον θεσσαλικό κάμπο, αποτελώντας βασικό στοιχείο της διατροφής και της πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής. Σε έρευνα που παρουσιάζεται στο βιβλίο «Καταγραφή και ανάδειξη της αγροτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Καρδίτσας», η Βασιλική Κοζιού-Κολοφωτιά, ερευνήτρια Τοπικής Ιστορίας και Λαογραφίας και πρόεδρος του Κέντρου Ιστορικής και Λαογραφικής Έρευνας «Ο ΑΠΟΛΛΩΝ» Καρδίτσας, αναδεικνύει τον ρόλο του σιταριού στη ζωή των κατοίκων.
Σύμφωνα με την ερευνήτρια, το σιτάρι αποτέλεσε σωτήριο αγαθό σε δύσκολες περιόδους, ενώ έχει υμνηθεί από τη λαϊκή μούσα. Η διαδικασία της καλλιέργειας ξεκινούσε τον Νοέμβριο με τη σπορά σε οργωμένα χωράφια, ενώ τον Ιούνιο οι γεωργοί προετοιμάζονταν για τον θερισμό, οργανώνοντας συνεργατικές ομάδες ώστε να διασφαλίσουν τη σοδειά τους πριν από ενδεχόμενες κακοκαιρίες.
Κατά τον θερισμό, κάθε εργάτης είχε συγκεκριμένο ρόλο. Οι κόφτες χρησιμοποιούσαν δρεπάνια, ενώ οι δεματοποιοί συνέλεγαν το σιτάρι και το έδεναν σε δεμάτια. Η διαδικασία απαιτούσε συντονισμό, καθώς ακόμα και μικρές αστοχίες προκαλούσαν δυσκολίες, γεγονός που αποτυπώνεται σε παροιμίες της περιοχής.
Τα δεμάτια στη συνέχεια τοποθετούνταν σε σωρούς και μεταφέρονταν με κάρα στα αλώνια, όπου ακολουθούσε η διαδικασία του θημωνιάσματος και του αλωνίσματος. Στα αλώνια, τα ζώα κινούνταν κυκλικά γύρω από άξονα, συμβάλλοντας στη θραύση των σταχυών. Ακολουθούσε το λύχνισμα για τον διαχωρισμό του καρπού από το άχυρο, ενώ το καθαρό σιτάρι αποθηκευόταν σε ειδικά δοχεία ή αμπάρια.
Η αποθήκευση και η μέτρηση του σιταριού γινόταν με παραδοσιακές μονάδες, ενώ μέρος της παραγωγής προοριζόταν για τη σπορά της επόμενης χρονιάς. Το υπόλοιπο μεταφερόταν στους μύλους για άλεσμα, παρέχοντας τόσο αλεύρι για τις οικογένειες όσο και πίτουρα για τα ζώα, υπογραμμίζοντας τη σημασία του σιταριού στην τοπική οικονομία και κοινωνία.