Η προστασία της όρασης αποτελεί βασικό πυλώνα της δημόσιας υγείας, σύμφωνα με ανακοίνωση της Ελληνικής Οφθαλμολογικής Εταιρείας (ΕΟΕ). Η Εταιρεία επισημαίνει ότι η πρωτοβάθμια φροντίδα της όρασης, όταν περιλαμβάνει διάγνωση, συνιστά εξ ορισμού ιατρική πράξη και απαιτεί οφθαλμολογική εξέταση.
Όπως αναφέρεται, η θέση αυτή δεν αποσκοπεί σε διεκδίκηση αρμοδιοτήτων, αλλά στην ανάγκη διασφάλισης της ασφαλούς φροντίδας των ασθενών και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας.
Η ΕΟΕ υπογραμμίζει ότι η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση, η θεραπεία και η αποκατάσταση των διαταραχών της όρασης απαιτούν συνεργασία όλων των επαγγελματιών του χώρου, με σαφώς καθορισμένους επιστημονικούς και θεσμικούς ρόλους, πάντα με γνώμονα την ασφάλεια και το συμφέρον του πολίτη.
Στην ανακοίνωσή της, η Εταιρεία δηλώνει ότι επιδιώκει να συμβάλει εποικοδομητικά στον δημόσιο διάλογο για την ασφαλή παροχή υπηρεσιών φροντίδας της όρασης, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στη δημόσια υγεία και σε πνεύμα συνεργασίας με όλους τους επαγγελματίες του κλάδου.
Ο ρόλος των Οπτικών – Οπτομετρών
Η ΕΟΕ αναγνωρίζει και σέβεται τον ρόλο των Οπτικών – Οπτομετρών στη σωστή επιλογή, εφαρμογή και διάθεση γυαλιών οράσεως, γυαλιών ηλίου, φακών επαφής και λοιπών οπτικών βοηθημάτων, επισημαίνοντας ότι αυτό αποτελεί νόμιμο δικαίωμά τους.
Η επιλογή και υπεύθυνη διάθεση οπτικών βοηθημάτων θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της αλυσίδας φροντίδας της όρασης, και η ΕΟΕ στηρίζει κάθε πρωτοβουλία που υπηρετεί αυτόν τον σκοπό.
Ωστόσο, εκτιμά ότι πρέπει να υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ της τεχνικής και εμπορικής πράξης της διάθεσης οπτικών μέσων και της ιατρικής πράξης της κλινικής αξιολόγησης και διάγνωσης.
Η διάγνωση ως ιατρική πράξη
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η αξιολόγηση της όρασης σε παιδιά και ενήλικες δεν περιορίζεται στη μέτρηση διαθλαστικών ανωμαλιών ή στη βελτίωση της οπτικής οξύτητας. Αντίθετα, αποτελεί σύνθετη ιατρική διαδικασία που αποσκοπεί και στον εντοπισμό ή τον αποκλεισμό υποκείμενων παθήσεων.
Η οφθαλμολογική εξέταση είναι ιατρική πράξη κατά την οποία αξιολογείται συνολικά η λειτουργία και η υγεία του οφθαλμού μέσω κλινικής εξέτασης και, όπου απαιτείται, παρακλινικών ελέγχων, με στόχο την έγκαιρη διάγνωση ή τον αποκλεισμό οφθαλμικών και συστηματικών νοσημάτων.
Όπως σημειώνεται, «ακόμη και μια μικρή βελτίωση στην όραση μπορεί να δημιουργήσει εσφαλμένη αίσθηση ασφάλειας, οδηγώντας στο να παραβλεφθεί μια σοβαρή υποκείμενη πάθηση».
Στα παιδιά, η έγκαιρη ανίχνευση διαθλαστικών ανωμαλιών είναι κρίσιμη για την πρόληψη της αμβλυωπίας και απαιτεί πλήρη οφθαλμολογικό έλεγχο.
Αντίστοιχα, στους ενήλικες η απλή διόρθωση της όρασης δεν επαρκεί, καθώς μπορεί να συνυπάρχουν προοδευτικές ή επείγουσες παθήσεις όπως το γλαύκωμα, η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, οι παθήσεις του οπτικού νεύρου ή η αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Ο οφθαλμολογικός έλεγχος μπορεί επίσης να αποκαλύψει συστηματικά νοσήματα που εκδηλώνονται πρώτα στα μάτια.
Δέσμευση για τη δημόσια υγεία
Η Ελληνική Οφθαλμολογική Εταιρεία, ως επίσημος επιστημονικός φορέας της οφθαλμολογικής κοινότητας, δηλώνει ότι παραμένει προσηλωμένη στην προαγωγή της δημόσιας υγείας και στη συνεργασία με όλους τους θεσμικούς και επιστημονικούς φορείς του χώρου. Στηρίζει κάθε δράση που ενισχύει την ποιότητα και την ασφάλεια της οφθαλμικής φροντίδας.
Τέλος, η ΕΟΕ καλεί το υπουργείο Υγείας σε ουσιαστικό θεσμικό διάλογο για τη διασφάλιση της τήρησης των διακριτών ρόλων, με προτεραιότητα την προστασία του πολίτη, και ζητά συνάντηση με τον υπουργό Υγείας.
«Η όραση είναι δημόσιο αγαθό υγείας και ο ασθενής δικαιούται πρώτα διάγνωση και μετά διόρθωση. Σεβόμαστε πλήρως τον ρόλο των Οπτικών – Οπτομετρών· ακριβώς γι’ αυτό επιμένουμε στη σαφή διάκριση ανάμεσα στην τεχνική πράξη και στην ιατρική διάγνωση. Δεν ζητούμε προνόμια — ζητούμε ασφάλεια για τον πολίτη», δηλώνει ο πρόεδρος της Ελληνικής Οφθαλμολογικής Εταιρείας.