Εντός της εβδομάδος αναμένεται να κατατεθεί η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) για το μεγάλο data center που σχεδιάζει η ΔΕΗ στον Άγιο Δημήτριο Κοζάνης, σηματοδοτώντας ένα ακόμη σημαντικό βήμα για την προώθηση της επένδυσης, η οποία προβλέπει την ανάπτυξη υποδομών ισχύος 300 MW σε πρώτη φάση, με προοπτική επέκτασης στο 1 GW.
Την εξέλιξη αυτή γνωστοποίησε ο Γενικός Διευθυντής Σχεδιασμού & Ανάπτυξης Παραγωγής της ΔΕΗ, Αλέκος Σουμελίδης, κατά την παρουσίαση του επενδυτικού σχεδιασμού της επιχείρησης στο Περιφερειακό Συμβούλιο Δυτικής Μακεδονίας.
Η κατάθεση της ΜΠΕ ανοίγει τον δρόμο για τη διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης και διαβούλευσης, σε μια περίοδο κατά την οποία η ΔΕΗ επιδιώκει να επιταχύνει τις απαιτούμενες εγκρίσεις, ώστε να προχωρήσει η κατασκευή της πρώτης φάσης του data center, με στόχο την παράδοσή της στο τέλος του 2028.
Όπως ανέφερε ο κ. Σουμελίδης, η συγκεκριμένη ανάπτυξη διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα έργα που υλοποιούνται στην περιοχή, καθώς δεν κινητοποιεί αποκλειστικά κεφάλαια από τον ενεργειακό τομέα, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση επενδύσεων από τη διεθνή αγορά ψηφιακών υποδομών.
Στόχος η παράδοση στο τέλος του 2028
Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, η παράδοση της πρώτης φάσης του data center προβλέπεται στο τέλος του 2028.
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει την έναρξη πρόδρομων εργασιών, τη διαμόρφωση των εκτάσεων και την προετοιμασία των θεμελιώσεων, πριν από την ανάπτυξη της κύριας κατασκευαστικής δραστηριότητας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην επιτάχυνση των κατασκευών μέσω προκατασκευασμένων στοιχείων, καθώς και στον συντονισμό των εργασιών του data center με την ανάπτυξη του νέου υποσταθμού.
Ωστόσο, για την τήρηση του χρονοδιαγράμματος θα πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης, οι απαιτούμενες εγκρίσεις, οι άδειες χρήσης νερού και οι σχετικές ρυθμίσεις για την ηλεκτρική σύνδεση.
Η κατάθεση της ΜΠΕ εντός της εβδομάδας αποτελεί ένα από τα πρώτα κρίσιμα βήματα αυτής της διαδικασίας.
Τέσσερα κτίρια και 20 data halls στην πρώτη φάση
Η πρώτη φάση του data center προβλέπει την κατασκευή τεσσάρων κτιρίων, καθένα από τα οποία θα περιλαμβάνει πέντε data halls, δηλαδή συνολικά 20 χώρους εγκατάστασης υπολογιστικού εξοπλισμού.
Κάθε data hall θα έχει υπολογιστική ισχύ 12 MW, με αποτέλεσμα η συνολική ισχύς IT να διαμορφώνεται στα 240 MW. Η συνολική ηλεκτρική ισχύς της εγκατάστασης θα φθάνει τα 300 MW, ενώ η ισχύς κατά τη λειτουργία της εκτιμάται περίπου στα 280 MW.
Αξίζει να σημειώσουμε πως κάθε κτίριο θα καταλαμβάνει περίπου 18 στρέμματα, ενώ μαζί με τις συνοδευτικές υποδομές, τα συστήματα ψύξης, τις δεξαμενές και τις εγκαταστάσεις εφεδρικής ηλεκτροδότησης, η πρώτη φάση θα αναπτυχθεί σε έκταση περίπου 180 στρεμμάτων.
Συνυπολογίζοντας τον νέο υποσταθμό, η συνολική έκταση που θα αξιοποιηθεί υπολογίζεται σε περίπου 213 στρέμματα, από τα συνολικά 330 στρέμματα της αυλής του πρώην λιγνιτικού σταθμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μέθοδος κατασκευής, καθώς ο σχεδιασμός προβλέπει τη χρήση προκατασκευασμένων στοιχείων, προκειμένου να περιοριστεί ο απαιτούμενος χρόνος υλοποίησης.
Σύμφωνα με τον κ. Σουμελίδη, η επιλογή αυτή είναι αναγκαία λόγω του ιδιαίτερα πιεστικού χρονοδιαγράμματος, καθώς τα κτίρια θα κατασκευαστούν σε μεγάλο βαθμό με συναρμολόγηση προκατασκευασμένων δομικών στοιχείων.
Νέος υποσταθμός 400 kV με πρόβλεψη για το 1 GW
Κομβικό ρόλο στην υλοποίηση της επένδυσης έχει η ηλεκτρική διασύνδεση, καθώς οι ενεργειακές απαιτήσεις του data center επιβάλλουν την ανάπτυξη νέων υποδομών υψηλής τάσης.
Η ΔΕΗ σχεδιάζει την κατασκευή νέου υποσταθμού, ο οποίος θα συνδεθεί με το σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στα 400 kV. Επιπλέον, ο υποσταθμός θα κατασκευαστεί με πρόβλεψη όχι μόνο για την αρχική ισχύ των 300 MW, αλλά και για τη μελλοντική επέκταση της εγκατάστασης στο 1 GW.
Όπως εξήγησε ο Γενικός Διευθυντής της ΔΕΗ, οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν από τον ΑΔΜΗΕ για τις ροές φορτίου και τα επίπεδα βραχυκυκλώματος ανέδειξαν την ανάγκη ενίσχυσης του τοπικού ηλεκτρικού συστήματος.
Στην πρώτη φάση προβλέπεται η εγκατάσταση δύο μετασχηματιστών ισχύος 340 MVA ο καθένας, με διπλά τυλίγματα στα 33 kV, καθώς και 58 πινάκων μέσης τάσης, μαζί με τον απαραίτητο εξοπλισμό προστασίας και ελέγχου.
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει επίσης την ανάπτυξη των κατάλληλων καλωδιακών διασυνδέσεων και υποδομών, ώστε να εξασφαλίζεται η αξιόπιστη ηλεκτροδότηση της εγκατάστασης.
Η ολοκλήρωση του νέου υποσταθμού αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την τήρηση του χρονοδιαγράμματος του data center.
Οι 144 εφεδρικές γεννήτριες και οι προδιαγραφές της Amazon
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αδιάλειπτη λειτουργία της εγκατάστασης, καθώς τα data centers απαιτούν υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας στην ηλεκτρική τροφοδοσία.
Για τον σκοπό αυτό προβλέπεται η εγκατάσταση 144 εφεδρικών γεννητριών, οι οποίες θα ενεργοποιούνται σε περίπτωση διακοπής της τροφοδοσίας από το ηλεκτρικό δίκτυο.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι γεννήτριες θα έχουν δυνατότητα υποστήριξης της λειτουργίας για 24 ώρες, ενώ προβλέπονται συστήματα αυτοματισμού και ελέγχου για την άμεση ενεργοποίηση της εφεδρικής ισχύος.
Όπως εξήγησε ο κ. Σουμελίδης, ο σχεδιασμός των συστημάτων εφεδρείας έχει γίνει με βάση τις τεχνικές προδιαγραφές της Amazon, η οποία θα αξιολογήσει τα τεχνικά δεδομένα και τις μελέτες που έχουν εκπονηθεί, διαδικασία η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε επιμέρους προσαρμογές.
Κατανάλωση νερού 203.000 κυβικών μέτρων ετησίως
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ποσότητα νερού που θα καταναλώνει, με τον σχεδιασμό του data center να προβλέπει συνδυασμό δύο τεχνολογιών ψύξης, ψύξη με αέρα και υγρή ψύξη.
Σύμφωνα με τις προσομοιώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, η ετήσια κατανάλωση νερού της πρώτης φάσης εκτιμάται σε περίπου 203.000 κυβικά μέτρα.
Αξίζει να σημειώσουμε πως ο λιγνιτικός σταθμός Αγίου Δημητρίου κατανάλωσε περίπου 14 εκατ. κυβικά μέτρα νερού το 2019, ενώ σε πλήρη λειτουργία των πέντε μονάδων οι ανάγκες μπορούσαν να φθάσουν τα 30 εκατ. κυβικά μέτρα.
Επένδυση 18 εκατ. ευρώ για την αξιοποίηση της θερμότητας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο σχεδιασμός της ΔΕΗ για την αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμότητας που θα παράγεται από τη λειτουργία του υπολογιστικού εξοπλισμού.
Σύμφωνα με τον κ. Σουμελίδη, προβλέπεται πρόσθετη επένδυση περίπου 18 εκατ. ευρώ για την εγκατάσταση εναλλακτών θερμότητας και των απαραίτητων υποδομών ανάκτησης.
Ο σχεδιασμός προβλέπει τη δυνατότητα διάθεσης θερμικής ενέργειας μέσω νερού θερμοκρασίας περίπου 41 βαθμών Κελσίου. Η διαθέσιμη θερμική ισχύς εκτιμάται σε περίπου 94 MW, ενώ η δυνητικά αξιοποιήσιμη θερμική ενέργεια υπολογίζεται σε περίπου 822.000 MWh.
Η θερμότητα αυτή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ανάπτυξη νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων, όπως θερμοκηπιακές εγκαταστάσεις, ψυκτικές υποδομές και άλλες εφαρμογές που απαιτούν θερμική ενέργεια.
Μάλιστα, με τις κατάλληλες συμπληρωματικές εγκαταστάσεις, η διαθέσιμη θερμότητα θα μπορούσε να καλύψει ανάγκες θερμοκηπίων συνολικής έκτασης από 450 έως 900 στρέμματα.
Παράλληλα, εξετάζεται η δυνατότητα υποστήριξης ψυκτικών εγκαταστάσεων και αποθηκευτικών υποδομών, με ενδεικτική αναφορά σε περίπου 200.000 τετραγωνικά μέτρα ψυγειοθαλάμων.
Η επέκταση στο 1 GW και οι νέες εκτάσεις
Πέρα από την πρώτη φάση των 300 MW, ο στρατηγικός σχεδιασμός της ΔΕΗ προβλέπει τη δυνατότητα επέκτασης του data center στο 1 GW.
Όπως εξήγησε ο κ. Σουμελίδης, η επέκταση αυτή αποτελεί σημαντικά πιο σύνθετο τεχνικό εγχείρημα, καθώς απαιτεί την αξιοποίηση πρόσθετων εκτάσεων του πρώην λιγνιτικού σταθμού.
Συγκεκριμένα, εξετάζεται η ανάπτυξη νέων υποδομών σε περιοχές πίσω από το υφιστάμενο συγκρότημα του Αγίου Δημητρίου, όπου σήμερα βρίσκονται πύργοι ψύξης, καμινάδες και συστήματα διαχείρισης τέφρας.
Για την αξιοποίηση των εκτάσεων αυτών θα απαιτηθεί αποξήλωση υφιστάμενων εγκαταστάσεων, προετοιμασία του εδάφους και κατασκευή νέων κτιριακών και ηλεκτρομηχανολογικών υποδομών.
Ο ίδιος χαρακτήρισε τη διαδικασία ιδιαίτερα απαιτητική, σημειώνοντας ότι οι τεχνικές επιλογές θα πρέπει να οριστικοποιηθούν, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει ο συνολικός σχεδιασμός.
Έως 2.500 εργαζόμενοι στην κατασκευή και 400-500 μόνιμες θέσεις
Σημαντικό αναμένεται να είναι και το αποτύπωμα της επένδυσης στην απασχόληση και μάλιστα σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσίασε ο κ. Σουμελίδης, κατά την κορύφωση των κατασκευαστικών εργασιών της πρώτης φάσης θα μπορούσαν να απασχοληθούν έως 2.500 εργαζόμενοι, με μέση απασχόληση περίπου 1.500 ατόμων.
Για τη μόνιμη λειτουργία του data center εκτιμάται ότι θα δημιουργηθούν 400 έως 500 θέσεις εργασίας, οι οποίες θα καλύπτουν ειδικότητες πληροφορικής, μηχανικών, τεχνικού προσωπικού, λειτουργίας, συντήρησης, ασφάλειας και διοικητικής υποστήριξης.
Η ΔΕΗ εκτιμά ότι σημαντικό μέρος των θέσεων θα μπορούσε να καλυφθεί από εργαζομένους της Δυτικής Μακεδονίας, αν και η τελική συμμετοχή της τοπικής αγοράς εργασίας θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες ειδικότητες και τις ανάγκες στελέχωσης.