Να ανεβάσει στο επίπεδο στην αγορά υπηρεσιών υγείας για ζώα συντροφιάς, φιλοδοξεί ο όμιλος κτηνιατρικών κλινικών Πλακεντία, που οδηγεί από το μοντέλο των μεμονωμένων κτηνιατρείων στη δημιουργία οργανωμένων δικτύων με σύγχρονες υποδομές, εξειδικευμένο προσωπικό και υπηρεσίες που προσεγγίζουν τα πρότυπα των μεγάλων ευρωπαϊκών κτηνιατρικών νοσοκομείων.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο όμιλος κτηνιατρικών κλινικών Πλακεντία, που δημιουργήθηκε από το επενδυτικό ταμείο SMERemediumCap (SMERC), εξελίσσεται σε έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους παίκτες του κλάδου, έχοντας επενδύσει συνολικά 22 εκατ. ευρώ για τη δημιουργία του πρώτου οργανωμένου πανελλαδικού δικτύου κτηνιατρικών κλινικών στη χώρα.
Όπως υπογράμμισε ο πρόεδρος του SMERC, Ν. Καραμούζης η επένδυση στον όμιλο Πλακεντία «είναι μια εμπροσθοβαρή επένδυση που θέλει κλίμακα για να αποδώσει. Πήγαμε στα 12 εκατ. ευρώ από τα 2 εκατ. ευρώ. Όταν πάμε στα 20 εκατ. ευρώ θα αρχίσει να δίνει σημαντική κερδοφορία».
Η επένδυση συνδυάζει εξαγορές, δημιουργία νέων πρότυπων μονάδων, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, ανάπτυξη εξειδικευμένων διαγνωστικών υπηρεσιών και σημαντικές πρωτοβουλίες στην εκπαίδευση της νέας γενιάς κτηνιάτρων, την ώρα που η διοίκηση προετοιμάζει την επόμενη φάση ανάπτυξης του ομίλου.
Η στρατηγική αυτή αποτυπώνεται και στα οικονομικά μεγέθη της εταιρείας. Από κύκλο εργασιών περίπου 2 εκατ. ευρώ το 2022, όταν ξεκίνησε το επενδυτικό εγχείρημα, ο όμιλος έφτασε στα 9 εκατ. ευρώ το 2025 και εκτιμά ότι το 2026 θα αγγίξει τα 12 εκατ. ευρώ, εξαπλασιάζοντας ουσιαστικά τον τζίρο του μέσα σε τέσσερα χρόνια. Παράλληλα, οι ζημιές περιορίζονται σταδιακά, ενώ η διοίκηση εκτιμά ότι το 2027 θα αποτελέσει την πρώτη χρήση κερδοφορίας.
Ανάπτυξη σε όλη την Ελλάδα
Σήμερα ο όμιλος αριθμεί εννέα μονάδες σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Βόλο και Κυκλάδες, διαθέτει το μεγαλύτερο εργαστήριο κτηνιατρικών εξετάσεων στη χώρα, 130 κτηνιάτρους, 200 κλίνες νοσηλείας, δέκα χειρουργικές αίθουσες και πλήρως εξοπλισμένες μονάδες εντατικής θεραπείας, προσφέροντας υπηρεσίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν διαθέσιμες μόνο σε μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα.
Η διοίκηση εκτιμά ότι η ελληνική αγορά παροχής κτηνιατρικών υπηρεσιών υγείας ξεπερνά τα 200 εκατ. ευρώ ετησίως, χωρίς να υπολογίζονται οι πωλήσεις τροφών, φιλοξενίας και λοιπών προϊόντων. Παράλληλα, χαρακτηρίζει τον κλάδο ιδιαίτερα κατακερματισμένο, γεγονός που δημιουργεί σημαντικά περιθώρια περαιτέρω συγκέντρωσης και οργανωμένης ανάπτυξης.
Από την πλευρά του ο κ. Καραμούζης, στάθηκε στην ανάγκη να υπάρξουν περισσότερα προϊόντα ασφάλισης για τα ζώα συντροφιάς, σημειώνοντας πως «στην Ευρώπη, το 12% των ζώων συντροφιάς είναι ασφαλισμένα» με τα μεγαλύτερα ποσοστά να είναι στην Β. Ευρώπη, την ίδια στιγμή που σε Ελλάδα και Ιταλία «τα ποσοστά είναι σχεδόν μηδενικά».
Υπογράμμισε πως χρειάζονται κίνητρα για να αναπτυχθεί η ασφάλεια στα ζώα συντροφιάς, ενώ επισήμανε και την ανάγκη να μειωθεί ο ΦΠΑ στις κτηνιατρικές υπηρεσίες που είναι στο 24% όπως και τα προϊόντα πολυτελείας. «Αν η κυβέρνηση μειώσει τον ΦΠΑ, έχουμε δεσμευθεί πως αμέσως θα μειώσουμε τις τιμές τον επόμενο χρόνο. Η κυβέρνηση μας έχει πει ότι θα το εξετάσει».
Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης ανάπτυξης του δικτύου, η οποία περιλάμβανε εξαγορές υφιστάμενων κλινικών και τη δημιουργία δύο νέων υπερσύγχρονων μονάδων στον Άλιμο και τη Θεσσαλονίκη, ο όμιλος εισέρχεται πλέον σε μια περίοδο οργανικής ωρίμανσης.
Η διοίκηση επισημαίνει ότι προτεραιότητα αποτελεί η πλήρης αξιοποίηση των υφιστάμενων δομών και η περαιτέρω ενίσχυση της λειτουργικής τους αποτελεσματικότητας, πριν ξεκινήσει ένας νέος κύκλος επεκτάσεων.
Παράλληλα, εξετάζονται νέες επενδύσεις σε περιοχές της Ελλάδας όπου δεν υπάρχει ακόμη παρουσία του ομίλου. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται μεταξύ άλλων η Κρήτη, η Ρόδος και η Κύπρος, χωρίς ωστόσο να έχουν ληφθεί οριστικές αποφάσεις, καθώς, όπως επισημαίνει η διοίκηση, κάθε νέα επένδυση θα πρέπει να πληροί συγκεκριμένα ποιοτικά και χρηματοοικονομικά κριτήρια.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην επιλογή πιθανών εξαγορών. Όπως αναφέρθηκε, δεν αρκεί μόνο η οικονομική συμφωνία, αλλά απαιτείται και κοινή φιλοσοφία με τους ιδιοκτήτες των μονάδων, ώστε να μπορούν να ενταχθούν στην ενιαία εταιρική κουλτούρα που έχει αναπτυχθεί στο δίκτυο.
Πριν από οποιαδήποτε διεθνή επέκταση, ο στρατηγικός στόχος παραμένει η περαιτέρω ισχυροποίηση της παρουσίας στην ελληνική αγορά.
Όπως ανέφερε ο Senior Partner του SMERC, Ηλίας Μαλανδρής, ο όμιλος έχει ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον στρατηγικών επενδυτών από τους κλάδους της υγείας και των ασφαλειών, ενώ δεν αποκλείει την είσοδο επενδυτή μειοψηφίας, εφόσον μπορεί να προσφέρει σημαντική προστιθέμενη αξία στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης.
Η εκπαίδευση ως ο τρίτος πυλώνας ανάπτυξης
Εκτός από τις επενδύσεις σε υποδομές και εξοπλισμό, ο όμιλος τοποθετεί στο επίκεντρο της στρατηγικής του την εκπαίδευση της νέας γενιάς κτηνιάτρων, φιλοδοξώντας να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα εξειδίκευσης στην Ελλάδα.
Ήδη βρίσκεται σε διαδικασία ολοκλήρωσης συνεργασίας με μεγάλο διεθνή οργανισμό πιστοποίησης, μέσω της οποίας θα δημιουργηθεί στην κλινική του Αλίμου το πρώτο πρότυπο εκπαιδευτικό κέντρο κτηνιατρικής στη χώρα. Εκεί θα πραγματοποιούνται εξειδικευμένα σεμινάρια, πρακτική εκπαίδευση και διεθνείς πιστοποιήσεις για Έλληνες κτηνιάτρους, καλύπτοντας ένα σημαντικό κενό που υπάρχει σήμερα στην αγορά.
Παράλληλα, ο όμιλος έχει αναπτύξει στενή συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, αποτελώντας τον αποκλειστικό φορέα πρακτικής εκπαίδευσης των φοιτητών της Κτηνιατρικής Σχολής, ενώ βρίσκεται σε συνεργασία και με ελληνικά πανεπιστήμια για την κλινική άσκηση των φοιτητών.
Στα σχέδια περιλαμβάνεται ακόμη η ανάπτυξη προγραμμάτων μεταπτυχιακής εξειδίκευσης σε συνεργασία με ευρωπαϊκούς οργανισμούς πιστοποίησης, ώστε οι Έλληνες κτηνίατροι να μπορούν να αποκτούν διεθνώς αναγνωρισμένες πιστοποιήσεις χωρίς να απαιτείται η μετάβασή τους στο εξωτερικό.
Την ίδια στιγμή λειτουργεί ήδη οργανωμένο εσωτερικό πρόγραμμα εκπαίδευσης και εξέλιξης των γιατρών του ομίλου, το οποίο συνδέεται με τη διαρκή επιμόρφωση, την απόκτηση νέων δεξιοτήτων και την ανάληψη θέσεων αυξημένης ευθύνης.
Με αυτόν τον τρόπο, η διοίκηση επιδιώκει να αντιμετωπίσει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του κλάδου διεθνώς, που είναι η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, επενδύοντας στη δημιουργία της επόμενης γενιάς Ελλήνων κτηνιάτρων.