ΓΔ: 2188.68 -0.55% Τζίρος: 284.84 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:25:03
Γιώργος Στάσσης ΔΕΗ
Ο Γιώργος Στάσσης, διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, σε πορτρέτο με μπλε φόντο.

Ποιες ευκαιρίες «βλέπει» η ΔΕΗ στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη

Με επενδύσεις 24 δισ. ευρώ, η ΔΕΗ επεκτείνεται δυναμικά σε Κεντρική και ΝΑ Ευρώπη, επενδύοντας σε ΑΠΕ, data centers και νέες αγορές, με στόχο ισχυρή ανάπτυξη έως το 2030.

Mία σειρά από ελκυστικά χαρακτηριστικά φαίνεται πως συγκεντρώνει η Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη για τη ΔΕΗ, μεταξύ των οποίων, υψηλές τιμές ενέργειας, αυξανόμενη ζήτηση και ισχυρή δυναμική στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα οποία συνθέτουν μια στρατηγική ευκαιρία με ορίζοντα δεκαετίας.

Το νέο business plan 24 δισ. ευρώ, που ανακοίνωσε προ ημερών η ΔΕΗ, για την υλοποίηση του οποίου θα προχωρήσει και σε κεφαλαιακή ενίσχυση 4 δισ. ευρώ, στοχεύει στην επιτάχυνση ανάπτυξης ΑΠΕ και ευέλικτης παραγωγής σε Ελλάδα και Ρουμανία, την επέκταση σε νέες χώρες καλύπτοντας την ανάγκη της Κεντρικής και Νοτιοαανατολικής Ευρώπης για ενέργεια και την ανάπτυξη μεγάλων data centers.

Άλλωστε, η γεωγραφική αυτή διασπορά θα επιτρέψει στον Όμιλο ΔΕΗ την καλύτερη διαχείριση κινδύνου και βελτιστοποίηση παραγωγής, εκμεταλλευόμενη τη συμπληρωματικότητα μεταξύ διαφορετικών πηγών ενέργειας και αγορών.

Μια περιοχή με υψηλότερη ανάπτυξη και σταθερότητα

Όπως εξήγησε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, στο πρόσφατο call με τους επενδυτές, σε αντίθεση με τη βραδύτερη αναπτυξιακή τροχιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οικονομίες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης εμφανίζουν αισθητά υψηλότερη ανάπτυξη του ΑΕΠ, κυμαινόμενη από 1,6% έως 3,5% για την περίοδο 2025-2028.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο επικεφαλής της ΔΕΗ, ταυτόχρονα, υπάρχουν δύο σημαντικές περιφερειακές εξελίξεις.

 Η πρώτη αφορά τη σημαντική πρόοδο στην ένταξη στον ΟΟΣΑ τόσο της Βουλγαρίας όσο και της Ρουμανίας, με την ολοκλήρωση να αναμένεται στις αρχές του 2026 για τη Βουλγαρία και έως το τέλος του 2026 για τη Ρουμανία.

Η δεύτερη είναι η υιοθέτηση του ευρώ από τη Βουλγαρία την 1η Ιανουαρίου 2026, ένα σημαντικό βήμα που ενισχύει το μακροοικονομικό προφίλ της χώρας και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Παράλληλα, σε πολλές χώρες της περιοχής, οι δείκτες χρέους παραμένουν σε διαχειρίσιμα επίπεδα, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

«Συνολικά, πρόκειται για μια περιοχή με βελτιούμενες μακροοικονομικές προοπτικές και σημαντικό αναπτυξιακό δυναμικό, και πιστεύουμε ότι η PPC βρίσκεται στην καλύτερη θέση για να αξιοποιήσει αυτή την τάση», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Στάσσης.

Οι εγχώριες ΑΠΕ η λύση στην εξάρτηση από εισαγωγές

Παράλληλα, η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών, με αποκορύφωμα τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, ανέδειξε ξεκάθαρα την ευαλωτότητα που συνεπάγεται η έντονη εξάρτηση από εξωτερικές πηγές ενέργειας.

«Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιτάχυνση της ανάπτυξης εγχώριων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ο εκτεταμένος εξηλεκτρισμός και η ενίσχυση των δικτύων αποτελούν τον πιο αποτελεσματικό δρόμο προς τα εμπρός.

Αυτή είναι η λύση για τη διασφάλιση επαρκούς, οικονομικά προσιτής και εγχώρια παραγόμενης ενέργειας, μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγωγές και ενισχύοντας τη συνολική ανθεκτικότητα της Ευρώπης», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Υψηλές τιμές ενέργειας συνεπάγονται υψηλότερες αποδόσεις

Οι υψηλές τιμές ενέργειας συνεπάγονται και υψηλότερες αποδόσεις επενδύσεων, σύμφωνα με τον ίδιο, γεγονός που καθιστά τη Νοτιοανατολική Ευρώπη ιδιαίτερα ελκυστική.

Παρά την υιοθέτηση του ευρωπαϊκού μοντέλου-στόχου από την πλειονότητα των χωρών, παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις στις τιμές μεταξύ των κρατών.

Η περιορισμένη δυναμικότητα των διασυνδέσεων συνεχίζει να «σπάει» την ευρωπαϊκή αγορά σε περιφερειακές ζώνες. Η τάση αυτή καταγράφεται τα τελευταία 3–4 χρόνια και έχει ενισχυθεί περαιτέρω λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

Παρότι η ενοποίηση της αγοράς ξεκίνησε πριν από περίπου μία δεκαετία και σήμερα το 98% των χωρών της ΕΕ είναι διασυνδεδεμένο, η Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη παραμένει η ζώνη με τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Σε επίπεδο Ευρώπης, οι χαμηλότερες τιμές καταγράφονται στις σκανδιναβικές χώρες, λόγω της υψηλής διείσδυσης ανανεώσιμων πηγών και υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Ακολουθούν η Γαλλία και η Ιβηρική χερσόνησος, με τιμές γύρω στα 60 ευρώ το 2025, χάρη στη σημαντική συμμετοχή της πυρηνικής ενέργειας στη Γαλλία και των ανανεώσιμων στην Ιβηρική.

Στην τρίτη κατηγορία βρίσκεται η Κεντρική Ευρώπη (Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία και ευρύτερη βορειοδυτική Ευρώπη), με τιμές κοντά στα 90 ευρώ και ένα πιο ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα.

Αντίθετα, η Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη εμφανίζει τις υψηλότερες τιμές στην Ευρώπη, μεταξύ 100 και 110 ευρώ τα τελευταία χρόνια.

Όπως σημειώνει, η περιοχή αυτή αποτελεί ταυτόχρονα πρόβλημα και ευκαιρία, καθώς οι υψηλότερες τιμές δημιουργούν και υψηλότερες αποδόσεις για επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής, είτε πρόκειται για φωτοβολταϊκά, αιολικά πάρκα ή συστήματα αποθήκευσης.

Έλλειμμα παραγωγής και ανάγκη για νέες επενδύσεις

Η περιοχή αντιμετωπίζει επίσης ένα σημαντικό διαρθρωτικό έλλειμμα παραγωγής. Όπως ανέφερε κατά την παρουσίαση ο κ. Στάσσης, το 2035, εκτιμάται ότι θα αποσυρθούν περίπου 70 GW μονάδων άνθρακα και φυσικού αερίου, δημιουργώντας ένα τεράστιο επενδυτικό κενό.

Αυτό δημιουργεί τεράστια ευκαιρία για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ευέλικτων μονάδων παραγωγής, με ετήσιες προσθήκες που εκτιμάται ότι θα φτάσουν περίπου τα 15 GW μέχρι το 2035.

Η ΔΕΗ φιλοδοξεί να καλύψει μέρος αυτού του κενού, αξιοποιώντας την εμπειρία της στην απολιγνιτοποίηση, μια διαδικασία που ήδη υλοποιεί στην Ελλάδα.

Ο παράγοντας Ουκρανία και η πίεση στο σύστημα

Παράλληλα, η κατάσταση στην Ουκρανία ασκεί πρόσθετη πίεση στο ενεργειακό σύστημα της περιοχής. Πριν τον πόλεμο, η Ουκρανία ήταν καθαρός εξαγωγέας ενέργειας προς την Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Σήμερα, έχει μετατραπεί σε καθαρό εισαγωγέα λόγω της καταστροφής σημαντικού μέρους των υποδομών παραγωγής της.

Από το 2022, η χώρα έχει χάσει σχεδόν το μισό της παραγωγικής της ισχύος και μετά τη διασύνδεσή της με το ευρωπαϊκό δίκτυο, η εξάρτησή της από εισαγωγές ενέργειας αυξάνεται συνεχώς.

Στο μέλλον, ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου, η Ουκρανία αναμένεται να συνεχίσει να εισάγει σημαντικές ποσότητες ενέργειας κατά την περίοδο ανασυγκρότησης, γεγονός που θα διατηρήσει την πίεση στο ενεργειακό σύστημα της περιοχής τουλάχιστον έως το 2032-2033.

Μάλιστα, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι θα απαιτούνται εισαγωγές της τάξης των 5-8 TWh ετησίως.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω πίεση στο ήδη «σφιχτό» ενεργειακό σύστημα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα και ενισχύοντας την ανάγκη για νέες επενδύσεις.

Εκρηκτική αύξηση της ζήτησης την επόμενη δεκαετία με αιχμή τα data centers

Στην πλευρά της ζήτησης, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά την επόμενη δεκαετία, λόγω μιας σειράς διαρθρωτικών παραγόντων.

Καταρχάς, η περιοχή, όπψς αναφέραμε και προηγουμένως, προβλέπεται να καταγράψει υψηλότερους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη, γεγονός που θα ενισχύσει τη βιομηχανική και εμπορική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.

Παράλληλα, οι πολιτικές επαναπατρισμού παραγωγής (onshoring) ευνοούν τη μεταφορά βιομηχανικής δραστηριότητας πιο κοντά στις ευρωπαϊκές αγορές, καθιστώντας την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ιδιαίτερα ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις.

Ταυτόχρονα, η επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού σε τομείς όπως οι μεταφορές, η θέρμανση και η βιομηχανία ενισχύει περαιτέρω τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια.

Επιπλέον, η ζήτηση για data centers αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2030, ενώ στην Ευρώπη προβλέπεται σχεδόν τριπλασιασμός. 

Ωστόσο, τα παραδοσιακά κέντρα ανάπτυξης έχουν πλέον κορεστεί, με μεγάλους χρόνους αναμονής για σύνδεση στο δίκτυο.

Εκτός Ελλάδος το 45% της εγκατεστημένης ισχύος έως το 2030

Για να αξιοποιήσει καλύτερα τις ευκαιρίες αυτές, ο Όμιλος ΔΕΗ σκοπεύει σε διπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος σε 24,3 GW το 2030, από 12,4 GW το 2025, αυξάνοντας σημαντικά τις νέες προσθήκες σε 2,4 GW ανά έτος (από 1,4 GW που ήταν ο προηγούμενος στόχος), επενδύοντας σε ΑΠΕ, ευέλικτη παραγωγή και αποθήκευση.

Στην Ελλάδα, θα προστεθούν 5 GW και η συνολική εγκατεστημένη ισχύς θα αυξηθεί στα 13,3 GW παρά την πλήρη απολιγνιτοποίηση που θα ολοκληρωθεί φέτος και τη διακοπή λειτουργίας του 40% της παραγωγής ενέργειας από πετρέλαιο στα νησιά, λόγω της διασύνδεής τους με την ηπειρωτική χώρα.

Στη Ρουμανία η εγκατεστημένη ισχύς θα τριπλασιαστεί μεταξύ 2025 και 2030 και θα φτάσει τα 5,3 GW, επενδύοντας σε ΑΠΕ, αποθήκευση, νέες μονάδες φυσικού αερίου και peakers.

Στις υπόλοιπες χώρες όπου ο Όμιλος ΔΕΗ απέκτησε πρόσφατα παρουσία, δηλαδή Ιταλία, Βουλγαρία και Κροατία, ο Όμιλος θα αυξήσει σημαντικά το επενδυτικό του πλάνο κατασκευάζοντας κυρίως Ανανεώσιμες Πηγές και αποθήκευση, αλλά και μονάδες φυσικού αερίου, με στόχο η εγκατεστημένη ισχύς να αυξηθεί σε 3,5 GW το 2030.

Στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής και ΝΑ Ευρώπης, το νέο Στρατηγικό πλάνο περιλαμβάνει την είσοδο σε νέες χώρες και συγκεκριμένα σε Ουγγαρία, Πολωνία, και Σλοβακία, μέσω τόσο οργανικής ανάπτυξης όσο και εξαγορών, με στόχο 2,2 GW εγκατεστημένη ισχύ έως το 2030 σε ΑΠΕ και αποθήκευση.

Το 2030, το 45% της εγκατεστημένης ισχύος του Ομίλου ΔΕΗ θα είναι εκτός Ελλάδος, ενώ το ενεργειακό μείγμα θα περιλαμβάνει όλες τις σύγχρονες μορφές παραγωγής ενέργειας (φωτοβολταϊκά, αιολικά, υδροηλεκτρικά, φυσικό αέριο, αποθήκευση), διαφοροποιώντας και αλληλοσυμπληρώνοντας γεωγραφικά και τεχνολογικά το χαρτοφυλάκιο της εταιρείας.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Φωτοβολταϊκό πάρκο ΔΕΗ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Mega Project ΔΕΗ: 5,8 δισ. για ΑΠΕ, data center και υψηλή τεχνολογία

Η επενδυτική πρόταση της ΔΕΗ προβλέπει 3.000 MW εγκατεστημένη ισχύ από ΑΠΕ, data center 300 ΜW και περίπου 20.000 νέες θέσεις εργασίας. Ν. Τσάφος: «Σε μερικά χρόνια θα ανατρέξουμε στη σημερινή μέρα και θα τη δούμε ως σημείο καμπής».
Λογότυπο ΔΕΗ κτίριο
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Επιχειρηματικό σχέδιο ΔΕΗ: Ενιαίος ηλεκτρικός χώρος από Μεσόγειο έως Βαλτική

Η ΔΕΗ σχεδιάζει επέκταση σε Σλοβακία, Πολωνία και Ουγγαρία, αξιοποιώντας τις υψηλότερες τιμές ρεύματος στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ως επενδυτική ευκαιρία, ενόψει απουσίας διασυνδέσεων που θα μείωναν τις διαφορές τιμών.