Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε στην υιοθέτηση του μεγαλύτερου πακέτου κυρώσεων ως προς τον αριθμό νέων καταχωρίσεων από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, στοχεύοντας περίπου 1.600 οντότητες και φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με τη ρωσική πολεμική βιομηχανία.
Όπως αναφέρει το Συμβούλιο της ΕΕ, οι νέες κυρώσεις αφορούν 826 ρωσικές εταιρείες που σχετίζονται με την πολεμική βιομηχανία και 743 φυσικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων διευθύνοντες σύμβουλοι των συγκεκριμένων εταιρειών. Μετά τις τελευταίες καταχωρίσεις, ο συνολικός αριθμός προσώπων και οντοτήτων που υπόκεινται σε κυρώσεις της ΕΕ για την υποστήριξη της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας ανέρχεται σε σχεδόν 4.600.
Στο επίκεντρο των μέτρων βρίσκονται εταιρείες που προμηθεύουν κρίσιμα εξαρτήματα για προηγμένα ρωσικά οπλικά συστήματα, όπως πύραυλοι, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και αεροσκάφη. Τα εξαρτήματα περιλαμβάνουν ηλεκτρονικά συστήματα, ημιαγωγούς, μικροκυκλώματα, εξοπλισμό επικοινωνιών και ραντάρ, καθώς και συστήματα αεροπορίας, δορυφόρων και πυραύλων, εκρηκτικά, πυρομαχικά, οπτικά συστήματα και συστήματα πλοήγησης.
Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι προμηθευτές αποτελούν βασικό τμήμα της ρωσικής πολεμικής βιομηχανίας, με ετήσιο κύκλο εργασιών τουλάχιστον 20 δισ. ευρώ και πάνω από 250.000 εργαζομένους. Περισσότερες από τις μισές νέες καταχωρίσεις σχετίζονται με την αλυσίδα παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων.
Τα φυσικά πρόσωπα που συμπεριλαμβάνονται στη λίστα υπόκεινται σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευση εισόδου ή διέλευσης από την ΕΕ, ενώ απαγορεύεται η διάθεση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων σε αυτά. Για τις εταιρείες ισχύει δέσμευση περιουσιακών στοιχείων στην ΕΕ και απαγόρευση διάθεσης κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων προς όφελός τους.
Παράλληλα, το Συμβούλιο επέβαλε κυρώσεις σε 77 πρόσωπα που συμμετείχαν στις λεγόμενες εκλογές για τη ρωσική Κρατική Δούμα τον Σεπτέμβριο του 2026 στα προσωρινά κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη. Στη λίστα περιλαμβάνονται 74 υποψήφιοι και τρία μέλη της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής της Ρωσίας.
Οι νέες ευρωπαϊκές κυρώσεις έρχονται μετά την ανακοίνωση συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε ανησυχία σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς θεωρείται ως de facto χαλάρωση των αμερικανικών περιορισμών έναντι της Ρωσίας.
«Δεν είναι η ώρα να χαλαρώσουμε την πίεση στη Μόσχα, αλλά να την εντείνουμε», δήλωσε η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, τονίζοντας ότι «περισσότερες από τις μισές καταχωρίσεις αφορούν την αλυσίδα παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων που η Ρωσία χρησιμοποιεί για να σκοτώνει καθημερινά Ουκρανούς αμάχους».