Νέα δεδομένα για το επενδυτικό πλάνο και τη μερισματική πολιτική της Quest δημιουργεί το «ναυάγιο» της συμφωνίας εξαγοράς της ACS από τη γερμανική GLS, καθώς ο όμιλος χάνει την προοπτική πρόσθετης ρευστότητας περίπου 300 εκατ. ευρώ.
Η Quest ενεργοποίησε τελικά το δικαίωμα επαναγοράς του 20% της ACS που είχε μεταβιβάσει στην GLS το 2024, έναντι 37 εκατ. ευρώ, και αντί για την είσπραξη τουλάχιστον 296 εκατ. ευρώ από την πώληση του υπόλοιπου 80%, ο όμιλος θα έχει τελικά όφελος 37 εκατ. ευρώ από τη συνολική συμφωνία.
Με την ολοκλήρωση της συναλλαγής, που αναμένεται στα τέλη Νοεμβρίου, ο όμιλος θα ανακτήσει το 100% της ACS, και την εξέλιξη να επηρεάζει και τους σχεδιασμούς για τη Fourlis, στην οποία η Quest έχει αποκτήσει συμμετοχή κοντά στο 13%,.
Παράλληλα, η επιστροφή της ACS υπό τον πλήρη έλεγχο της Quest σημαίνει ότι η διοίκηση καλείται να επαναξιολογήσει τις επόμενες κινήσεις της, χωρίς το σημαντικό κεφαλαιακό απόθεμα που θα δημιουργούσε η πώληση.
Το ερωτηματικό για τη Fourlis
Στο επίκεντρο μπαίνει η επόμενη κίνηση της Quest στη Fourlis, όπου μέσα σε λίγους μήνες απέκτησε θέση ενός από τους σημαντικότερους μετόχους.
Από το 5,05% τον Φεβρουάριο, η συμμετοχή ξεπέρασε το 10% τον Μάρτιο και προσέγγισε το 13% στις αρχές Σεπτεμβρίου, με την επένδυση να έχει ήδη φτάσει τα 28,2 εκατ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου, όταν το ποσοστό ανερχόταν σε 12,56%.
Η διοίκηση είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω ενίσχυσης της συμμετοχής, συνδέοντας όμως τις αποφάσεις με την έκβαση της συμφωνίας για την ACS, με τον κ. Γεωργαντζή να έχει επισημάνει ότι η πώληση της ACS θα εξασφάλιζε σημαντική πρόσθετη ρευστότητα για νέες επενδύσεις.
Η μη είσπραξη των περίπου 300 εκατ. ευρώ περιορίζει πλέον την πρόσθετη χρηματοδοτική ευχέρεια που θα δημιουργούσε η συμφωνία, χωρίς ωστόσο να αποκλείει νέες αγορές μετοχών της Fourlis, καθώς η διοίκηση της Quest έχει δείξει ενδιαφέρον να αυξήσει τη συμμετοχή της.
Πάντως, η διοίκηση της Quest είχε χαρακτηρίσει πρόωρα τα σενάρια ευρύτερης αξιοποίησης της συμμετοχής στη Fourlis μέσω συνεργειών με την Trade Estates και την BriQ Properties, τονίζοντας ότι η Quest παραμένει μειοψηφικός μέτοχος.
Το νέο επενδυτικό πλάνο και η ρευστότητα
Η Quest εισέρχεται στη νέα περίοδο έχοντας ισχυρή χρηματοοικονομική θέση, αλλά και σημαντικές επενδυτικές υποχρεώσεις, και την υπαναχώρηση της GLS να φέρνει νέες προκλήσεις.
Στο τέλος Ιουνίου 2026, η καθαρή ταμειακή θέση του ομίλου διαμορφωνόταν στα 31,3 εκατ. ευρώ, ενώ η συνολική διαθέσιμη ρευστότητα, συμπεριλαμβανομένων των αχρησιμοποίητων πιστωτικών γραμμών, ξεπερνούσε τα 200 εκατ. ευρώ.
Η διοίκηση είχε ήδη αναθεωρήσει το επενδυτικό πρόγραμμα του 2026 από τα αρχικά 60 εκατ. ευρώ στα 40–50 εκατ. ευρώ, λόγω της βραδύτερης υλοποίησης ορισμένων επενδύσεων στην ACS και της μη οριστικοποίησης άλλων επενδυτικών κινήσεων.
Πλέον, οι μελλοντικές εξαγορές και συμμετοχές θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν κυρίως από την υφιστάμενη ρευστότητα, τις λειτουργικές ταμειακές ροές και τις διαθέσιμες χρηματοδοτικές δυνατότητες του ομίλου.
Επίσης, η μη ολοκλήρωση της συμφωνίας διαφοροποιεί κυρίως τις προοπτικές για μια έκτακτη διανομή προς τους μετόχους, καθώς η διοίκηση είχε ξεκαθαρίσει ότι μέρος των εσόδων από την πώληση της ACS θα μπορούσε να κατευθυνθεί στην ανταμοιβή τους.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει αλλαγή στην τακτική μερισματική πολιτική.
Κατά την τηλεδιάσκεψη για τα αποτελέσματα πρώτου εξαμήνου, ο διευθύνων σύμβουλος της Quest, Απόστολος Γεωργαντζής, είχε επισημάνει ότι σε περίπτωση ολοκλήρωσης της πώλησης, τα σχέδια του ομίλου περιλάμβαναν τόσο την ανταμοιβή των μετόχων όσο και τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων.
Μάλιστα, είχε υπενθυμίσει ότι η Quest έχει ακολουθήσει αντίστοιχη πρακτική και στο παρελθόν, αξιοποιώντας τα έσοδα από σημαντικές αποεπενδύσεις.
Άλλωστε, η Quest έχει ήδη προχωρήσει το 2026 σε διανομή 42,3 εκατ. ευρώ ή 0,40 ευρώ ανά μετοχή, έναντι 0,30 ευρώ ανά μετοχή το 2025.
Η διατήρηση των διανομών τα επόμενα χρόνια θα εξαρτηθεί πλέον από την κερδοφορία, τις ταμειακές ροές και τις επενδυτικές ανάγκες του ομίλου, χωρίς να έχει ανακοινωθεί νέα απόφαση για έκτακτο μέρισμα.
Η ACS παραμένει πυλώνας ανάπτυξης
Πάντως η διοίκηση της Quest δεν απογοητεύται καθώς, διατηρεί τελικά και με κερδός, μια δραστηριότητα που εξακολουθεί να εμφανίζει ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική.
Υπενθυμίζεται πως στο πρώτο εξάμηνο του 2026, τα έσοδα της ACS αυξήθηκαν κατά 8,4%, ενώ τα κέρδη προ φόρων ενισχύθηκαν κατά 13,4%, με τη διοίκηση να αναμένει επιτάχυνση της ανάπτυξης για το σύνολο της χρονιάς.
«Δεν έχουμε πρόβλημα εάν συμβεί κάτι τέτοιο, καθώς η εταιρεία λειτουργεί πολύ καλά και παράγει ισχυρές ταμειακές ροές», είχε επισημάνει ο κ. Γεωργαντζής, αναφερόμενος στο ενδεχόμενο μη ολοκλήρωσης της εξαγοράς.
Στο επίκεντρο παραμένουν η επέκταση του δικτύου smart lockers και η αξιοποίηση των επενδύσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στις υποδομές διαλογής.