Ογδόντα χρόνια μετά την ολοκλήρωση της ιστορικής Δίκης της Νυρεμβέργης, το νέο βιβλίο του Σταύρου Τζίμα με τίτλο Η κληρονομιά της Νυρεμβέργης από τις εκδόσεις «Επίκεντρο», αναμοχλεύει την ιστορική μνήμη και εξετάζει τον σύγχρονο αντίκτυπο της δίκης στην πόλη και στη Γερμανία.
Με αφετηρία τη δημοσιογραφική του έρευνα, ο Τζίμας ταξιδεύει στη Νυρεμβέργη και καταγράφει τις μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τη δίκη, καθώς και τη σύγχρονη διαχείριση της βαριάς αυτής κληρονομιάς.
Το βιβλίο ξεκίνησε ως έρευνα για τη συμπλήρωση ογδόντα χρόνων από τη Δίκη της Νυρεμβέργης, η οποία παρουσιάστηκε σε ειδική έκδοση της «Καθημερινής». Ο Τζίμας, που έζησε ως παιδί μετανάστη στη Νυρεμβέργη, επιστρέφει ως δημοσιογράφος για να ερευνήσει πώς η πόλη αντιμετωπίζει το παρελθόν της ως «Μέκκα του εθνικοσοσιαλισμού» και πώς η μνήμη της δίκης επηρεάζει το παρόν.
Η έρευνα εμπλουτίστηκε με νέες μαρτυρίες, αρχειακό υλικό και συνομιλίες με ιστορικούς και κατοίκους, προσφέροντας μια σπάνια ματιά στον απόηχο της Δίκης της Νυρεμβέργης.
Το βιβλίο δεν αποτελεί ακαδημαϊκή ιστορία, αλλά ένα εκτενές ρεπορτάζ που αναζητά τη συνάντηση του παρελθόντος με το παρόν, μέσα από τα μνημεία, τους ανθρώπους και τις συζητήσεις που διαμορφώνουν τη δημόσια μνήμη.
Τα βασικά ερωτήματα που διατρέχουν το έργο αφορούν το πώς η Νυρεμβέργη διαχειρίζεται τη μνήμη της, πώς αντιμετωπίζει τη δίκη που την έθεσε στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος και πώς οι σημερινές γενιές αντιλαμβάνονται την ιστορική ευθύνη και το τραύμα του ναζισμού.
Οι τρεις άξονες του βιβλίου και οι μαρτυρίες
Το βιβλίο πλαισιώνεται από πρόλογο του Ευάγγελου Βενιζέλου και εισαγωγές των Στράτου Δορδανά, Αντώνη Κλάψη και Μανώλη Κούμα, ενώ τα είκοσι τέσσερα κεφάλαια κινούνται σε τρεις βασικούς άξονες.
Ο πρώτος αφορά την ίδια τη Δίκη της Νυρεμβέργης, τη συγκρότηση του δικαστηρίου, την Αίθουσα 600 και τα πρόσωπα που έμειναν στη σκιά της μεγάλης αφήγησης.
Ο δεύτερος εστιάζει στην πόλη και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το ιστορικό της φορτίο, ενώ ο τρίτος εξετάζει το σήμερα, με αναφορές στους Νόμους της Νυρεμβέργης, την αποναζιστικοποίηση και τη σχέση των νεότερων γενεών με το Ολοκαύτωμα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Έλληνα αναγνώστη παρουσιάζει το κεφάλαιο για την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Η κατάθεση του Ντίτερ Βισλίτσενι στη Δίκη της Νυρεμβέργης περιγράφει τον μηχανισμό των εκτοπισμών και τη λειτουργία της «Τελικής Λύσης», με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τη μοίρα των Εβραίων της Μακεδονίας.
Το βιβλίο περιλαμβάνει επίσης μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τη Δίκη, όπως η Αλεξάνδρα Ανδρούσσου, η οποία συμμετείχε στις ανακρίσεις ως δακτυλογράφος και διερμηνέας, και η Σαρλότ Κνόμπλοχ, που βίωσε την αγριότητα της Νύχτας των Κρυστάλλων σε παιδική ηλικία.
Το «Mein Kampf» και η διαχείριση της μνήμης
Στον επίλογο, ο Τζίμας αφηγείται την ιστορία ενός αντιτύπου του Mein Kampf που βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στη Θεσσαλονίκη το 1944 και ακολουθεί την πορεία του μέχρι την επιστημονική επανέκδοσή του το 2016. Η αφήγηση αυτή προσφέρει μια ευρύτερη αναδρομή στην τύχη του πιο γνωστού κειμένου του ναζισμού και τη σημασία της κριτικής προσέγγισης της ιστορίας.
Το βιβλίο θέτει και το διαχρονικό ερώτημα για τη «δικαιοσύνη των νικητών», αναδεικνύοντας τόσο την κριτική όσο και τη συμβολή της Δίκης της Νυρεμβέργης στη διαμόρφωση του σύγχρονου διεθνούς δικαίου. Η έννοια των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, η ατομική ευθύνη για κρατικά εγκλήματα και η απόρριψη της επίκλησης «άνωθεν εντολών» παραμένουν σημεία αναφοράς στη διεθνή έννομη τάξη.
Η «Κληρονομιά της Νυρεμβέργης» συνδυάζει τη δημοσιογραφική ματιά με την ιστορική ανάλυση, μετατρέποντας τη Νυρεμβέργη σε καθρέφτη του παρόντος. Όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο: «Σε μια εποχή που η ακροδεξιά ανεβαίνει ξανά στη Γερμανία, “Η Κληρονομιά της Νυρεμβέργης” πατά στα ίχνη της δίκης που άλλαξε τον κόσμο για να μοιραστεί με τους αναγνώστες μια ανήσυχη ματιά στο παρόν».