Ανθεκτικές και ισχυρότερες από ποτέ σκιαγραφεί τις εγχώριες τράπεζες η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, ωστόσο στον ορίζοντα διακρίνονται κάποια «σύννεφα» που επιβάλουν επιφυλακή και άμυνα.
Η ισχυρή κερδοφορία, η υψηλή ρευστότητα, η ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια και η θεαματική εξυγίανση των ισολογισμών τα προηγούμενα χρόνια έχουν δημιουργήσει ένα πολύ πιο ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα.
Επιπλέον, η εικόνα παραμένει αναμφίβολα θετική, καθότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ισχυρές άμυνες απέναντι σε εξωτερικές διαταραχές και σημαντικές δυνατότητες χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας.
Παρόλα αυτά, στην Έκθεση της ΤτΕ διακρίνονται κάποια σημεία που προκαλούν προβληματισμό. Η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, έστω και περιορισμένη, η παρατεταμένη άνοδος των τιμών στην αγορά ακινήτων, το αυξανόμενο κόστος δανεισμού και η μικρή υποχώρηση της κεφαλαιακής επάρκειας αποτελούν εξελίξεις που απαιτούν στενή παρακολούθηση.
Ο προβληματισμός εντείνεται από τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες, το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και τον κίνδυνο αναταράξεων στις διεθνείς αγορές.
Το αναπτυξιακό story των τραπεζών
Κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2026, οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν καθαρά κέρδη ύψους 2,6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,8% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, εξέλιξη που οφείλεται κυρίως στην αύξηση των εσόδων από τοκοφόρες και μη τοκοφόρες εργασίες, καθώς και στη μείωση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο κατά 27,8%, που υπερκάλυψαν την αύξηση των λειτουργικών εξόδων.
Πιο αναλυτικά, τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 5,6%, υποβοηθούμενα από την ισχυρή πιστωτική επέκταση και τη σημαντική αύξηση των θέσεων σε χρεόγραφα ξένων κρατών, ενώ τα καθαρά έσοδα από προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 18,5%.
Αντιστοίχως, η καθαρή πιστωτική επέκταση του εξαμήνου άγγιξε τα 10,3 εκατ. ευρώ, ενώ οι δείκτες ρευστότητας παρέμειναν σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τις εποπτικές απαιτήσεις. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την απρόσκοπτη πρόσβασή τους στη διατραπεζική αγορά και τις κεφαλαιαγορές, έχει ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητά τους.
Ωστόσο, το success story των τραπεζών συνοδεύεται και από ορισμένα σημεία επιφυλακής, τα οποία σε πρώτη φάση δεν αποτελούν κίνδυνο αλλά εφιστούν την προσοχή.
Γιατί αυξήθηκαν τα κόκκινα δάνεια
Μικρή αλλά αισθητή ήταν η επιδείνωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των ελληνικών τραπεζών κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2026, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να αυξάνονται, αφενός επειδή κάποια υφιστάμενα δάνεια «κοκκίνισαν» αλλά και επειδή ελάχιστα κατάφεραν να εξυγιανθούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, το απόθεμα των κόκκινων δανείων ανήλθε τον Ιούνιο στα 6,2 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά +9,3% ή 529 εκατ. ευρώ σε σχέση με τα 5,7 δισ. ευρώ του Δεκεμβρίου 2025.
Η αύξηση των κόκκινων δανείων το πρώτο εξάμηνο του 2026 συνδέεται κυρίως με τη δυσανάλογη εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων σε σύγκριση με τις ροές επαναφοράς σε καθεστώς εξυπηρέτησης περιορίστηκαν.
Συγκεκριμένα, δάνεια ύψους 1,7 δισ. ευρώ «κοκκίνισαν» κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2026, ενώ μόλις 388 εκατ. ευρώ δανείων επανήλθαν σε κανονική εξυπηρέτηση. Παράλληλα, οι διαγραφές δανείων παρέμειναν ιδιαίτερα χαμηλές, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, μόλις στα 73 εκατ. ευρώ .
Πάντως, η συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση των ελληνικών τραπεζών και η αύξηση του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων σε 180,4 δισ. ευρώ αντισταθμίζει ως έναν βαθμό την άνοδο του αποθέματος των «κόκκινων» δανείων, χωρίς ωστόσο να εξομαλύνει πλήρως την κατάσταση.
Από το συνολικό χαρτοφυλάκιο των 6.208 μη εξυπηρετούμενων δανείων της χώρας, τα 2.397 βρίσκονται σε καθεστώς «αβέβαιης είσπραξης», ενώ ακόμη 2.031 βρίσκονται σε καθυστέρηση που ξεπερνάει τις 90 ημέρες και 1.780 αποτελούν καταγγελμένες απαιτήσεις.
Κατά την περίοδο Ιανουάριος-Ιούνιος 2026, η μεγαλύτερη επιδείνωση παρατηρήθηκε στο χαρτοφυλάκιο των νοικοκυριών, όπου τα κόκκινα δάνεια αυξήθηκαν κατά 14%, οδηγούμενα κυρίως από την αύξηση των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων κατά 14,6%, αλλά και των καταναλωτικών κατά 11,7%.
Πάντως, μέρος της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων οφείλεται στην πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση για τη διευθέτηση των δανείων σε ελβετικό φράγκο, όπως και με πρωτοβουλίες των τραπεζών για ορισμένες κατηγορίες ρυθμισμένων στεγαστικών δανείων ευάλωτων νοικοκυριών.
Όσον αφορά στις επιχειρήσεις, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε στο 2,2%, αυξημένο κατά 5,4% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο 2025, εξέλιξη που ενισχύθηκε κυρίως από τους ελεύθερους επαγγελματίες, τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και ατομικές επιχειρήσεις, οι οποίες σημείωσαν άνοδο 12,5%.
Αντιθέτως, οι μεγάλες επιχειρήσεις σημείωσαν αύξηση 3,8% και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις η άνοδος περιορίστηκε στο 1,2%. Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός πως τα κόκκινα δάνεια προς ναυτιλιακές επιχειρήσεις μειώθηκαν κατά -7,3%.
Ικανοποιητική αλλά μειωμένη η κεφαλαιακή επάρκεια
Όπως αναφέρει η ΤτΕ στη σχετική έκθεση, η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών διατηρήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο το πρώτο εξάμηνο του 2026, ωστόσο εμφανίζεται ελαφρώς μειωμένη σε σχέση με το τέλος του 2025.
Συγκεκριμένα, ο δείκτης CET1 σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 14,8% τον Ιούνιο του 2026, από 15,4% τον Δεκέμβριο του 2025, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (TCR) υποχώρησε οριακά σε 19,6%, από 19,8% τον Δεκέμβριο του 2025.
Η υποχώρηση των δύο δεικτών αποδίδεται κυρίως στην έκδοση κεφαλαιακών μέσων τα οποία προσμετρούνται μεν στα εποπτικά ίδια κεφάλαια, αλλά δεν αποτελούν μέρος του CET1 από την ΤτΕ.
Ανεβαίνει το κόστος χρήματος και των κατοικιών
Για την ώρα, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζονται ανθεκτικές ως προς τους γεωπολιτικούς κινδύνους και την πιο αυστηρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, ωστόσο διανύουμε περίοδο αύξησης του κόστους χρήματος, γεγονός που δεν αποκλείεται να επηρεάζει και τις τραπεζικές χορηγήσεις.
Όπως αναφέρει στην έκθεσή της η ΤτΕ, το κόστος αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους επιβαρύνεται από την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σε παγκόσμιο επίπεδο , γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για τις χώρες με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Παράλληλα, η άνοδος των αποδόσεων επηρεάζει αρνητικά τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων, καθώς αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης.
Αντιστοίχως, η αύξηση των τιμών πώλησης δυσχεραίνει την πρόσβαση των νοικοκυριών στην αγορά κατοικίας, με την ΤτΕ να κρίνει απαραίτητη την ενίσχυση της εφαρμογής μέτρων που στοχεύουν στην αύξηση της προσφοράς, τόσο με την ανάπτυξη νέων οικιστικών ακινήτων και την αναβάθμιση υφισταμένων, όσο και με την παροχή κινήτρων για το άνοιγμα «κλειστών» κατοικιών που είχαν αποσυρθεί από την αγορά.