Σύμφωνα με έκθεση της ευρωπαϊκής υπηρεσίας Copernicus, πάνω από το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού εκτέθηκε φέτος σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα μόλυνσης από όζον στην επιφάνεια της Γης. Οι αλλεπάλληλοι καύσωνες και οι γιγαντιαίες δασικές πυρκαγιές, σε συνδυασμό με τις εκπομπές αερίων λόγω ανθρώπινων δραστηριοτήτων, συνέβαλαν καθοριστικά στην επιδείνωση του φαινομένου.
Η Ασία αποτέλεσε την περιοχή με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση, καθώς το 53% του πληθυσμού της ήρθε αντιμέτωπο με «εξαιρετικά υψηλά» επίπεδα μόλυνσης κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2026. Η ανάλυση αυτή προέρχεται από την υπηρεσία παρακολούθησης της ατμόσφαιρας (CAMS) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στη Βόρεια Αμερική, τα δύο τρίτα του πληθυσμού εκτέθηκαν σε ποιότητα αέρα «κακή» ή «πολύ κακή», ενώ στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό ανήλθε στο 45%, σύμφωνα με τα στοιχεία του Κοπέρνικου, που βασίζονται σε δορυφορικές και επίγειες παρατηρήσεις και μοντέλα ατμόσφαιρας.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, περισσότερο από το 34% του πληθυσμού βρέθηκε εκτεθειμένο σε ποιότητα αέρα «εξαιρετικά κακή», με το 17% να αναπνέει αέρα «πολύ κακής» ποιότητας. Μόλις το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού κατοικεί σε περιοχές με «καλά» επίπεδα όζοντος, ενώ ένα επιπλέον 15% σε περιοχές με «αποδεκτά» επίπεδα, αναδεικνύοντας τη στενή σχέση μεταξύ κλιματικής αλλαγής και ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Το όζον δημιουργείται μέσω χημικών αντιδράσεων που προκύπτουν κυρίως από οξείδια του αζώτου (NOx) και πτητικές οργανικές ενώσεις (ΠΟΕ), τα οποία εκλύονται από την οδική και θαλάσσια κυκλοφορία, τη βιομηχανική δραστηριότητα, τις πυρκαγιές και την καύση ορυκτών καυσίμων. Η ηλιακή υπεριώδης ακτινοβολία ενισχύει τις αντιδράσεις αυτές, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα όζοντος.
Τα φετινά υψηλά επίπεδα όζοντος αποδίδονται στα κύματα ζέστης-ρεκόρ και στις εκτεταμένες δασικές πυρκαγιές που έπληξαν την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Το φαινόμενο εξαπλώθηκε πέρα από τις αρχικές περιοχές, καταδεικνύοντας τον ρόλο της κλιματικής αλλαγής στην επιδείνωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Το όζον μπορεί να διεισδύσει βαθιά στο ανθρώπινο αναπνευστικό σύστημα, προκαλώντας συμπτώματα όπως βήχα, αίσθηση καψίματος στα μάτια και διακοπή της αναπνοής, ενώ επιδεινώνει κρίσεις άσθματος και άλλες αναπνευστικές νόσους.
Όπως τόνισε ο Ίαν Μάρναν του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), η μόλυνση του αέρα αποτελεί «από τους πιο σημαντικούς περιβαλλοντικούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία», ευθυνόμενη για περίπου 180.000 πρόωρους θανάτους ετησίως, εκ των οποίων 60.000 σχετίζονται με τη ρύπανση από όζον.
Η Λοράν Ρουίγ, διευθύντρια της CAMS, επισήμανε ότι «η μόλυνση του αέρα δεν σταματά στα σύνορα», αλλά διασχίζει «χιλιάδες χιλιόμετρα», περνώντας ηπείρους και ωκεανούς και επιδεινώνοντας την ποιότητα του αέρα σε απομακρυσμένες περιοχές.
Παρά τις «σημαντικές βελτιώσεις» που έχουν επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, ειδικά στην Ευρώπη λόγω της οδηγίας για τον ατμοσφαιρικό αέρα, το όζον παραμένει «ιδιαίτερα περίπλοκη παγκόσμια πρόκληση» και «μεγάλος περιβαλλοντικός κίνδυνος» τόσο για την ανθρώπινη υγεία όσο και για τα οικοσυστήματα, όπως επισημαίνει η υπηρεσία Κοπέρνικος.