Η περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης με τους Χούθι και οι εξελίξεις στη Σαουδική Αραβία δημιουργούν ένα νέο, ιδιαίτερα σύνθετο μέτωπο αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία, εντείνοντας τις πιέσεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Οι αυξημένοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι τροφοδοτούν φόβους για πιθανές διαταραχές στην παραγωγή και στις ροές πετρελαίου, ενισχύοντας τη μεταβλητότητα των τιμών και τις πληθωριστικές πιέσεις, με δυνητικές επιπτώσεις στο κόστος μεταφορών, στην παραγωγή και στην παγκόσμια ανάπτυξη.
Στο επίκεντρο όπως αναφέρει το Reuters, βρίσκεται πλέον όχι μόνο το ποιος θα επικρατήσει στρατιωτικά, αλλά και το κατά πόσο μπορούν να παραμείνουν ανοικτές οι κρίσιμες αρτηρίες μέσω των οποίων τροφοδοτείται με ενέργεια η παγκόσμια οικονομία.
Τις τελευταίες ημέρες η ένταση έχει αυξηθεί απότομα. Οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν Χούθι έχουν εντείνει τις επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον στόχων στη Σαουδική Αραβία, ενώ το Ριάντ έχει απαντήσει με εκτεταμένες αεροπορικές επιχειρήσεις σε περιοχές της Υεμένης που ελέγχονται από την οργάνωση.
Οι Χούθι υποστηρίζουν ότι μόνο μέσα σε μία εβδομάδα πραγματοποιήθηκαν περίπου 300 σαουδαραβικές επιδρομές, ενώ ο ΟΗΕ έχει εκφράσει έντονη ανησυχία για την κλιμάκωση και για τον νέο κύκλο εκτοπισμού αμάχων. Περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους από τις αρχές Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς και δημοσιεύματα.
Η σύγκρουση, ωστόσο σύμφωνα με το Al Jazeera, έχει μεταφερθεί πλέον και βαθύτερα στο σαουδαραβικό έδαφος. Στις 19 Σεπτεμβρίου εκδόθηκαν προειδοποιήσεις για εναέρια απειλή ακόμη και στο Ριάντ, ενώ τις προηγούμενες ημέρες η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε drone το οποίο, σύμφωνα με τις αρχές του βασιλείου, κατευθυνόταν προς τη Μέκκα – ισχυρισμό που οι Χούθι αμφισβήτησαν.
Ο ενεργειακός πόλεμος
Η σημαντικότερη διεθνής διάσταση της σύγκρουσης βρίσκεται στις ενεργειακές υποδομές, σύμφωνα με το Associated Press. Η Σαουδική Αραβία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς και εξαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο και διαθέτει κομβικό ρόλο στη σταθερότητα της παγκόσμιας αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε σοβαρή διαταραχή στη δυνατότητά της να μεταφέρει αργό πετρέλαιο προς τις διεθνείς αγορές αποκτά αμέσως παγκόσμιες διαστάσεις.
Η ευπάθεια αυτή έγινε ιδιαίτερα εμφανής μετά το πλήγμα στον σαουδαραβικό αγωγό East-West, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από τις εγκαταστάσεις της ανατολικής Σαουδικής Αραβίας προς την Ερυθρά Θάλασσα και το λιμάνι του Yanbu. Ο αγωγός τέθηκε σε μεγάλο βαθμό εκτός λειτουργίας, περιορίζοντας μία από τις σημαντικότερες εναλλακτικές οδούς που διαθέτει το Ριάντ για να παρακάμπτει το Στενό του Ορμούζ.
Η δυναμικότητα της συγκεκριμένης αρτηρίας είναι τεράστια: πριν από την επίθεση μετέφερε περίπου 2,6 έως 4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί έως και στο 4% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Οι φόβοι για την προσφορά ήταν αρκετοί ώστε να προκαλέσουν έντονες διακυμάνσεις στις τιμές. Το Brent ξεπέρασε κατά τη διάρκεια της εβδομάδας τα 108 δολάρια το βαρέλι, πριν υποχωρήσει αργότερα, καθώς η αγορά αποτίμησε τις προσπάθειες της Saudi Aramco να διοχετεύσει περισσότερες ποσότητες μέσω εναλλακτικών διαδρομών και μεταφορτώσεων κοντά στο Ομάν.
Μπαμπ ελ Μαντέμπ και Ορμούζ: τα δύο κρίσιμα περάσματα
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στις σαουδαραβικές εγκαταστάσεις. Η προέλαση των Χούθι κατά μήκος της δυτικής Υεμένης έχει αυξήσει τους φόβους για την ασφάλεια του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, του στενού περάσματος που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και αποτελεί βασική θαλάσσια πύλη προς τη Διώρυγα του Σουέζ.
Ταυτόχρονα, το Στενό του Ορμούζ παραμένει μακράν ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη. Σύμφωνα με την αμερικανική Energy Information Administration, περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως περνούσαν από το Ορμούζ το 2024, ποσότητα αντίστοιχη με περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων. Από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ περνούσαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025 περίπου 4,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Μια ταυτόχρονη σοβαρή διαταραχή και στα δύο περάσματα θα περιόριζε δραστικά τις διαθέσιμες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και θα ανάγκαζε δεξαμενόπλοια να ακολουθούν μεγαλύτερες και ακριβότερες διαδρομές, αυξάνοντας όχι μόνο την τιμή της ενέργειας αλλά και το κόστος μεταφοράς και ασφάλισης.
Οι ΗΠΑ αποφεύγουν ένα νέο μέτωπο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ουάσινγκτον εμφανίζεται μέχρι στιγμής απρόθυμη να εμπλακεί άμεσα σε νέες επιθέσεις κατά των Χούθι. Παρά τις σαουδαραβικές πιέσεις για μεγαλύτερη στρατιωτική υποστήριξη, οι ΗΠΑ έχουν περιοριστεί σε συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών, αποφεύγοντας έως τώρα μια νέα άμεση στρατιωτική εκστρατεία.
Παράλληλα σύμφωνα με το Reuters, Αμερικανοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν με εκπροσώπους των Χούθι στο Μουσκάτ του Ομάν. Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, οι Χούθι διαβεβαίωσαν ότι δεν σκοπεύουν να στοχοποιήσουν πλοία που δεν συνδέονται με τη Σαουδική Αραβία. Η κίνηση δείχνει ότι η Ουάσινγκτον επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτό έναν διπλωματικό δίαυλο και να περιορίσει τον κίνδυνο επέκτασης της σύγκρουσης στη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Ιδιαίτερα λεπτή είναι και η θέση του Πακιστάν. Το Ισλαμαμπάντ διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να μην οδηγηθεί σε ανοικτή αντιπαράθεση με το γειτονικό Ιράν.
Η πακιστανική στρατιωτική ηγεσία διακήρυξε στις 18 Σεπτεμβρίου ότι η χώρα είναι έτοιμη να φτάσει «στα άκρα» προκειμένου να υπερασπιστεί τη Σαουδική Αραβία. Ο εκπρόσωπος των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων, αντιστράτηγος Αχμέντ Σαρίφ Τσόντρι, τόνισε ότι η υποστήριξη προς το Ριάντ είναι τόσο «διπλωματική» όσο και «φυσική», χωρίς ωστόσο να ανακοινωθεί ότι η Σαουδική Αραβία έχει ζητήσει άμεση πακιστανική εμπλοκή στις επιχειρήσεις εναντίον των Χούθι.
Ταυτόχρονα, ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού Ασίμ Μουνίρ ζήτησε από την Τεχεράνη να χρησιμοποιήσει την επιρροή της ώστε να αποτραπούν νέες επιθέσεις των Χούθι εναντίον σαουδαραβικών ενεργειακών εγκαταστάσεων. Η παρέμβαση αυτή καταδεικνύει το δύσκολο διπλωματικό παιχνίδι του Ισλαμαμπάντ: να καθησυχάσει το Ριάντ χωρίς να διαρρήξει τις σχέσεις του με το Ιράν.
Από το πετρέλαιο στον πληθωρισμό
Η πραγματική απειλή για την παγκόσμια οικονομία βρίσκεται στην αλυσίδα των επιπτώσεων, αναφέρουν οι Financial Times. Όσο αυξάνεται ο κίνδυνος για τα κοιτάσματα, τους αγωγούς, τα λιμάνια και τους θαλάσσιους διαδρόμους της Μέσης Ανατολής, τόσο μεγαλύτερο είναι το «ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου» που ενσωματώνεται στις τιμές του πετρελαίου. Το ακριβότερο αργό μεταφέρεται στη συνέχεια στα καύσιμα, στις μεταφορές, στη γεωργία, στη βιομηχανία και τελικά στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη επισημάνει ότι η ενεργειακή κρίση του 2026 αποτελεί βασική πηγή πληθωριστικών πιέσεων. Σύμφωνα με ανάλυσή της, η άνοδος του πληθωρισμού στην ευρωζώνη τους πρώτους μήνες του έτους προήλθε σε μεγάλο βαθμό από δυσμενείς διαταραχές στην ενεργειακή προσφορά που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Εάν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι κεντρικές τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα: από τη μία πλευρά τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων και από την άλλη την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Η ίδια η ΕΚΤ σημειώνει ότι όσο μεγαλύτερο και πιο επίμονο είναι ένα ενεργειακό σοκ τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να περάσει στις υπόλοιπες τιμές και στους μισθούς.
Το μέτωπο της Υεμένης έχει έτσι μετατραπεί σε έναν ακόμη κρίσιμο κρίκο της ευρύτερης αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Οι Χούθι επιχειρούν να αυξήσουν τη στρατιωτική και διαπραγματευτική πίεση προς το Ριάντ, η Σαουδική Αραβία απαντά στρατιωτικά και αναζητεί υποστήριξη από τους συμμάχους της, το Πακιστάν επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις δεσμεύσεις του προς τους Σαουδάραβες και στις σχέσεις του με το Ιράν, ενώ οι ΗΠΑ προσπαθούν προς το παρόν να αποφύγουν ένα ακόμη άμεσο στρατιωτικό μέτωπο.
Το μεγαλύτερο διακύβευμα, όμως, ξεπερνά τα σύνορα της Υεμένης και της Σαουδικής Αραβίας. Όσο ο πόλεμος πλησιάζει αγωγούς, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και δύο από τους σημαντικότερους θαλάσσιους ενεργειακούς διαδρόμους στον κόσμο, η απόσταση ανάμεσα σε μια περιφερειακή στρατιωτική κρίση και σε ένα νέο παγκόσμιο ενεργειακό σοκ γίνεται ολοένα μικρότερη.