Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει τις ύποπτες δαπάνες που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια των 16 ετών διακυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν, η νέα ουγγρική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει σειρά ερευνών με στόχο τη διαφάνεια και την ανάκτηση δημόσιου χρήματος.
Η διευθύντρια της νεοσυσταθείσας υπηρεσίας κατά της διαφθοράς NVVH, Άννα Ούνγκερ, προειδοποίησε ότι η διαδικασία αναμένεται να είναι χρονοβόρα, ενώ η έκβασή της παραμένει αβέβαιη. Η στάση αυτή έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε τμήμα της κοινής γνώμης, που εμφανίζεται ανυπόμονο για άμεσα αποτελέσματα.
Όπως σημείωσε ο πολιτικός σύμβουλος Γκέργκο Παπ, «δεκαέξι χρόνια ορμπανισμού έχουν απογοητεύσει τόσο πολύ τους εκλογείς που αναμένουν άμεσα αποτελέσματα», πολλές φορές χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι περιορισμοί του κράτους δικαίου.
Ο νέος πρωθυπουργός Πίτερ Μαγιάρ, νικητής των βουλευτικών εκλογών του Απριλίου, έχει δεσμευτεί να ανακτήσει το δημόσιο χρήμα που «εκλάπη» και να οδηγήσει στη δικαιοσύνη τους διεφθαρμένους πολιτικούς.
Η Ουγγαρία, σύμφωνα με τη Διεθνή Διαφάνεια, βρίσκεται μαζί με τη Βουλγαρία στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δείκτη αντίληψης διαφθοράς, έχοντας υποχωρήσει από την 50η στην 84η θέση μεταξύ 2010 και 2025.
Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων θητειών του Βίκτορ Όρμπαν, στενοί συνεργάτες του απέκτησαν σημαντικές περιουσίες μέσω δημόσιων συμβάσεων, αν και ο ίδιος αρνείται κάθε παρατυπία.
Από την ανάληψη της εξουσίας στις αρχές Μαΐου, η κυβέρνηση Μαγιάρ έχει ξεκινήσει οικονομικούς ελέγχους σε υπουργεία και δημόσιες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα την έναρξη ποινικών διώξεων.
Σύμφωνα με κυβερνητικό ιστότοπο, μέχρι σήμερα έχουν παραπεμφθεί 22 φάκελοι σε ερευνητικά όργανα, που αφορούν συνολικό ποσό ύψους 5,8 δισ. ευρώ.
Η αστυνομία ερευνά, μεταξύ άλλων, την αγορά 12.000 πλαστικών μοτοσικλετών για παιδιά, οι οποίες αγοράστηκαν έναντι 40 ευρώ η καθεμία, δηλαδή περίπου τρεις φορές πάνω από την εκτιμώμενη τιμή τους, στο πλαίσιο ενημερωτικής καμπάνιας.
Επιπλέον, διερευνάται δάνειο 1,5 δισ. ευρώ που χορηγήθηκε στους αιγυπτιακούς σιδηροδρόμους για τη χρηματοδότηση συρμών, στο πλαίσιο ουγγρορωσικής συνεργασίας.
Άλλες έρευνες επικεντρώνονται σε καταγγελίες υπεξαίρεσης κεφαλαίων στο Εθνικό Ταμείο για τον Πολιτισμό (NKA).
Η δικηγόρος Αντριέν Λάζο επισήμανε πως πριν τις εκλογές τέτοιες έρευνες ήταν αδιανόητες, καθώς η εισαγγελία μπορούσε να "θάψει" υποθέσεις που θα έφερναν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση. Ωστόσο, σημειώνει πως «κανείς υψηλόβαθμος πολιτικός αξιωματούχος δεν έχει ακόμα ανακριθεί ως ύποπτος».
Ο Πίτερ Μαγιάρ έχει προχωρήσει και σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις, όπως η επανένταξη της Ουγγαρίας στην ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), η ενίσχυση της διαφάνειας των αιρετών αξιωματούχων και η αύξηση των κοινοβουλευτικών εξουσιών για τη διεξαγωγή ερευνών.
Σημαντικό μέρος της στρατηγικής του αποτελεί η ίδρυση της NVVH, που έχει τη δυνατότητα να ανοίγει έρευνες, να θέτει επιχειρήσεις υπό επιτήρηση και να κινεί διαδικασίες δίωξης, με στόχο την προστασία των κρατικών περιουσιακών στοιχείων.
Σύμφωνα με τον διευθυντή της μκο K-Monitor, Σάντορ Λέντερερ, «οι παραδοσιακοί θεσμοί έχουν χάσει την εμπιστοσύνη του κοινού διότι απέτυχαν να διαχειριστούν τις υποθέσεις διαφθοράς στις οποίες εμπλέκονται υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι…».
Το κόμμα Fidesz του Βίκτορ Όρμπαν, από την πλευρά του, συγκρίνει τη NVVH με τη διαβόητη μυστική αστυνομία της κομμουνιστικής εποχής, AVH.
Ο διορισμός της Άννα Ούνγκερ στη θέση της προέδρου της NVVH έχει προκαλέσει αίσθηση, καθώς πρόκειται για πολιτική επιστήμονα με ειδίκευση στη διάβρωση της δημοκρατίας υπό τον Όρμπαν.
Στην κοινοβουλευτική της ακρόαση, η Ούνγκερ δήλωσε πως είναι «μη ρεαλιστικό» να αναμένονται οριστικές ετυμηγορίες στις μεγαλύτερες υποθέσεις διαφθοράς πριν περάσουν έξι χρόνια, όσο διαρκεί η θητεία της.
Απαντώντας στην κριτική, ο Πίτερ Μαγιάρ δεσμεύτηκε να προωθήσει μεταρρυθμίσεις για την επιτάχυνση των ποινικών διαδικασιών.
Η Άννα Ούνγκερ, μετά τον διορισμό της, έχει τονίσει επανειλημμένα ότι δεν σκοπεύει να απέχει από τον έλεγχο των ενεργειών της παρούσας κυβέρνησης. Όπως ανέφερε στον ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό RTL, «θα επικεντρωθώ σε ένα πράγμα: να διασφαλίσω ότι οι ευθύνες θα αποδοθούν γρήγορα και αποτελεσματικά, με βάση τον νόμο, και ότι στο μεταξύ θα διαφυλαχθεί το μέγιστο μέρος του πλούτου που έχει μεταφερθεί από αυτή τη χώρα σε ιδιωτικά συμφέροντα».