Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, που αμφισβητεί την κλιματική αλλαγή, ανακοίνωσε την κατάργηση των ορίων στις εκπομπές ρύπων από ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς, προκαλώντας αντιδράσεις στον ενεργειακό και περιβαλλοντικό τομέα. Το μέτρο ανακοινώθηκε στη διάρκεια της συνόδου των υπουργών Ενέργειας της G20 στο Χιούστον, σηματοδοτώντας την κατάργηση των κανόνων για την απανθρακοποίηση που είχαν υιοθετηθεί το 2024 επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, αλλά και την παρεμπόδιση μελλοντικών ρυθμίσεων στον τομέα.
Ο ενεργειακός τομέας των ΗΠΑ ευθύνεται για περίπου το ένα τέταρτο των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, με τη χώρα να κατέχει ιστορικά την πρώτη θέση στη ρύπανση της ατμόσφαιρας. Ο επικεφαλής της αμερικανικής υπηρεσίας προστασίας του περιβάλλοντος (EPA), Λι Ζέλντιν, δήλωσε πως «για πάνω από 15 χρόνια, οι κυβερνήσεις Ομπάμα και Μπάιντεν διεξήγαγαν πόλεμο εναντίον του άνθρακα για να καταστρέψουν μια πηγή ενέργειας αξιόπιστη και φθηνή», προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση Τραμπ προστατεύει τον αμερικανικό ενεργειακό τομέα και διασφαλίζει προσιτό κόστος ρεύματος για τα νοικοκυριά.
Η απόφαση αυτή, που επικρίνεται έντονα από οργανώσεις προστασίας του περιβάλλοντος, ανακοινώθηκε σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ βιώνουν το θερμότερο καλοκαίρι στην ιστορία τους και αντιμετωπίζουν εκτεταμένη ξηρασία. Ταυτόχρονα, η ζήτηση για ηλεκτρισμό αυξάνεται ραγδαία, εν μέρει λόγω της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης και των ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων.
Σύμφωνα με τη Ρέιτσελ Κλίτους της Union of Concerned Scientists, η αμερικανική κυβέρνηση «μεγεθύνει τα κέρδη της βιομηχανίας παραγωγής ενέργειας με την καύση ορυκτών καυσίμων και παραμερίζει εντελώς την υγεία και την ευημερία του πληθυσμού». Η EPA διευκρίνισε πως η απόφαση αφορά μόνο τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ενώ οι έλεγχοι για άλλες ουσίες θα συνεχιστούν.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ είχε ήδη ανακοινώσει από το καλοκαίρι του 2025 την πρόθεσή της να άρει τα όρια στις εκπομπές, υποστηρίζοντας ότι ήταν υπερβολικά δαπανηρά και εμπόδιζαν την ενεργειακή ανάπτυξη. Πάνω από 200 γιατροί και ειδικοί απέστειλαν επιστολή στην EPA εκφράζοντας την «έντονη ανησυχία» τους για το μέτρο.
Αντιδράσεις και νομικές ενέργειες
Η νομικός Μέρεντιθ Χάνκινς της NRDC επισήμανε αντιφάσεις στο σκεπτικό της κυβέρνησης, εκφράζοντας την πρόθεσή της να προσφύγει στα δικαστήρια. Και άλλες οργανώσεις έχουν δηλώσει ότι θα κινηθούν νομικά κατά της απόφασης.
Η EPA υποστήριξε ότι οι στόχοι για τη μείωση των εκπομπών που είχαν τεθεί από τον νόμο Clean Air Act ήταν ανέφικτοι και ότι δεν έχει την εντολή να ρυθμίζει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Επιπλέον, ανέφερε πως ακόμη και αν υπήρχε τέτοια εντολή, τα μέτρα δεν θα ήταν επαρκή για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής.
Ο αμερικανικός ενεργειακός τομέας παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας. Σύμφωνα με ανάλυση του 2025 από το Institute for Policy Integrity, αν ο τομέας θεωρούνταν χώρα, θα καταλάμβανε την έκτη θέση παγκοσμίως σε εκπομπές ρύπων. Την ίδια χρονιά, τα εργοστάσια φυσικού αερίου παρήγαγαν το 41% του ηλεκτρισμού στις ΗΠΑ και τα εργοστάσια άνθρακα το 17%, όπως ανέφερε η αμερικανική υπηρεσία πληροφόρησης για την ενέργεια (EIA).
Ο Ντόναλντ Τραμπ, υπέρμαχος του πετρελαίου και του άνθρακα, μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, προχώρησε σε ανατροπή δεσμεύσεων των ΗΠΑ για το κλίμα, με πιο χαρακτηριστική την απόσυρση από τη συμφωνία του Παρισιού και την κατάργηση πολλών περιβαλλοντικών κανόνων. Στις αρχές του 2026, ακύρωσε βασικό κείμενο για τον περιορισμό των εκπομπών, προκαλώντας έντονη αντίδραση από την επιστημονική και περιβαλλοντική κοινότητα.