Το ισπανικό υπουργείο Εσωτερικών προχώρησε σε δημόσια συγγνώμη και διέψευσε κάθε πρόθεση περιορισμού της ελευθερίας του Τύπου, μετά από δημοσίευμα που αποκάλυψε την ύπαρξη καταλόγου με ονόματα δημοσιογράφων και τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
Σύμφωνα με την ηλεκτρονική εφημερίδα El Confidencial, το αρχείο περιλάμβανε δεκάδες εν ενεργεία δημοσιογράφους, συντάκτες και αρθρογράφους, με στόχο την παρακολούθηση των πολιτικών τους απόψεων. Το δημοσίευμα αναφέρει ότι το έγγραφο είχε συνταχθεί μυστικά και περιείχε φωτογραφίες, καθώς και σχόλια για το έργο και τις ιδεολογικές θέσεις των δημοσιογράφων.
Μεταξύ των χαρακτηρισμών που καταγράφηκαν ήταν: «Αμφιλεγόμενος δημοσιογράφος», «ανεξάρτητος», «συντηρητική τάση», «ακροδεξιός», «παραπληροφόρηση», «σαφώς αριστερός και φιλοκυβερνητικός», «πιο μαχητικός τελευταία» και «ακροδεξιά ιδεολογία».
Η Ομοσπονδία Δημοσιογραφικών Ενώσεων της Ισπανίας (FAPE) εξέφρασε την έντονη αντίθεσή της, τονίζοντας πως η δημιουργία τέτοιων αρχείων αποτελεί πρακτική ασύμβατη με το κράτος δικαίου και ενδέχεται να πλήξει την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας.
Όπως επεσήμανε η FAPE, «σε μια δημοκρατική κοινωνία, κανένας κρατικός φορέας δεν νομιμοποιείται να απαριθμεί, να κατηγοριοποιεί ή να περιγράφει την ιδεολογία των δημοσιογράφων, καθώς αυτό συνιστά άμεση επίθεση στην ελευθερία του Τύπου».
Το υπουργείο Εσωτερικών, σε επίσημη ανακοίνωσή του, χαρακτήρισε το έγγραφο ως εσωτερικό και διευκρίνισε ότι δημιουργήθηκε το 2024 για συμβουλευτικούς σκοπούς, χωρίς πρόθεση λογοκρισίας ή περιορισμού του δημοσιογραφικού έργου. Παράλληλα, εξέφρασε συγγνώμη προς όσους επαγγελματίες ενδεχομένως ένιωσαν προσβεβλημένοι από το περιεχόμενο ή τα σχόλια του εγγράφου.
Το Λαϊκό Κόμμα (PP), ως αξιωματική αντιπολίτευση, κατηγόρησε το υπουργείο για στοχοποίηση δημοσιογράφων, κάνοντας λόγο για «μαύρη λίστα» και συγκρίνοντάς την με πρακτικές του παρελθόντος. Η εκπρόσωπος του PP, Έστερ Μουνιόζ, επεσήμανε ότι τέτοιες ενέργειες παραπέμπουν σε περιόδους που η Ισπανία έχει αφήσει πίσω της.